ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ
Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές συναντάται ποικιλία τίτλων που ενσωματώνουν ιδιωτικές απαιτήσεις. Οι τίτλοι αυτοί εμφανίσθηκαν αρχικά στις συναλλαγές ως απλά εμπορικά έγγραφα ή μέσα πληρωμής ή πίστωσης (όπως η επιταγή ή η συναλλαγματική), ωστόσο η λειτουργία τους διαμορφώθηκε σταδιακά και εξελίχθηκε, σύμφωνα με τις ανάγκες των σχέσεων που εξυπηρετούσαν. Ιδιαίτερη σημασία για την άντληση κεφαλαίων και την εύρυθμη λειτουργία των ανωνύμων εταιρειών έχουν σήμερα οι κινητές αξίες, ιδίως οι μετοχές, οι ομολογίες και οι τίτλοι κτήσης μετοχών (warrants).
Οι τίτλοι που ενσωματώνουν ιδιωτικό δικαίωμα συνδεδεμένο κατά τέτοιο τρόπο με το έγγραφο του τίτλου, ώστε για την άσκηση του δικαιώματος να είναι απαραίτητη η κατοχή του εγγράφου, αποτελούν τα αξιόγραφα. Πρωταρχικό στοιχείο για την έννοια του αξιογράφου είναι η εγχάρτωση του δικαιώματος (ενοχικού, εμπράγματου ή συμμετοχικού).
Το απαραίτητο στοιχείο της υπογραφής για το κύρος του αξιογράφου:
Περαιτέρω, ουσιώδες στοιχείο για το κύρος του αξιογράφου είναι η υπογραφή του εκδότη. Μάλιστα, η υπογραφή πρέπει να είναι ιδιόχειρη (άρθρο 160 παρ. 1 του ΑΚ), ενώ επιτρέπεται και η αποτύπωση της υπογραφής με μηχανικό μέσο, λογιζόμενη ως ιδιόχειρη, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι όταν πρόκειται για ανώνυμους τίτλους που εκδίδονται σε μεγάλο αριθμό, όπως οι ομολογίες των ομολογιακών δανείων.
Η ιδιόχειρη υπογραφή σε αξιόγραφο εξατομικεύει τον εκδότη του (και τα λοιπά τυχόν συμβαλλόμενα μέρη, όπως οπισθογράφοι, τριτεγγυητές, κλπ.), και είναι ιδιαίτερα δυσχερής η πιστή και αληθοφανής απομίμησή της. Τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά της ιδιόχειρης υπογραφής υποδεικνύουν την ταυτότητα του προσώπου που έθεσε την υπογραφή, επιτρέποντας, κατόπιν εξέτασης, την αναγνώριση τυχόν παρέμβασης τρίτου.
Έτσι, είναι πρακτικά δυσχερές και, σε κάθε περίπτωση, παράνομο για τον κομιστή ενός αξιογράφου να το αναπαραγάγει πλαστογραφώντας την υπογραφή του εκδότη (ή/και των οπισθογράφων) με σκοπό να το μεταβιβάσει ταυτόχρονα σε περισσότερους του ενός αποκτώντες, παραδίδοντάς το σε καλόπιστους τρίτους κατόπιν συμφωνίας, για ίδιο όφελος, όπως είναι η εξάλειψη δικών του οφειλών.
Ούτε βέβαια θα μπορούσε να το αναπαραγάγει με μηχανικό τρόπο, ήτοι με την εκτύπωση φωτοαντιγράφων, καθώς από αυτά θα απουσίαζε η πρωτότυπη, αρχική υπογραφή του εκδότη (ή/και των οπισθογράφων). Το γνήσιο αξιόγραφο θα εξακολουθούσε να υπάρχει ως μοναδικό και θα ήταν το έγγραφο με την ιδιόχειρη, πρωτότυπη υπογραφή του εκδότη.
Η εξομοίωση της ιδιόχειρης με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή:
Πρακτική σπουδαιότητα αποκτούν τα ανωτέρω, ενόψει της πρόσφατης νομοθετικής ρύθμισης του Ν. 4727/2020 (Α’ 184), όπως έχει τροποποιηθεί, ο οποίος εξομοιώνει την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή σε δημόσια (άρθρο 13), αλλά και ιδιωτικά έγγραφα (άρθρο 15), με την ιδιόχειρη, τόσο σε συναλλακτικό όσο και σε δικονομικό επίπεδο, με ρητή μάλιστα αναφορά , και στο άρθρο 160 ΑΚ (άρθρο 16). Σύμφωνα, δηλαδή, με το περιεχόμενο του άρθρου 15 του ως άνω νόμου, τα ηλεκτρονικά ιδιωτικά έγγραφα εν γένει, που εκδίδονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με χρήση εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής, γίνονται υποχρεωτικά δεκτά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, αλλά και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.
Οι ως άνω διατάξεις του Ν. 4727/2020 δεν περιέχουν κάποια ειδική πρόβλεψη για τα αξιόγραφα, ώστε να γεννάται το ερώτημα αν ο νομοθέτης είχε σκοπό να επιτρέψει, πέραν των άυλων τίτλων σε λογιστική μορφή (όπως αυτοί προβλέπονται στους Ν. 4548/2018 και 4569/2018, δυνάμει της διαδικασίας αποϋλοποιήσεως ή ακινητοποιήσεως), τη δημιουργία και κυκλοφορία μιας ειδικής κατηγορίας «ηλεκτρονικών» τίτλων, που θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή. Θα μπορούσαν αυτές οι γενικές διατάξεις να προκαλέσουν ακόμη ένα ρήγμα στην αρχή της αξιογραφικής ενσωμάτωσης, χωρίς κάποια δικλείδα ασφαλείας;
Ειδικότερα, εξασφαλίζει η ηλεκτρονική υπογραφή σε ηλεκτρονικά διακινούμενους τίτλους τα απαιτούμενα εχέγγυα της ασφάλειας και γνησιότητας, όπως συμβαίνει με την ιδιόχειρη;
Αρχικά, σημειώνουμε ότι με την ιδιόχειρη εξομοιώνεται μόνο η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Πρόκειται για την ηλεκτρονική υπογραφή που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- συνδέεται κατά τρόπο μοναδικό με τον υπογράφοντα,
- είναι ικανή να ταυτοποιεί τον υπογράφοντα,
- δημιουργείται με δεδομένα δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής τα οποία ο υπογράφων μπορεί, με υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης, να χρησιμοποιεί υπό τον αποκλειστικό του έλεγχο,
- συνδέεται με τα δεδομένα που έχουν υπογραφεί σε σχέση με αυτή, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανιχνευθεί οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση των εν λόγω δεδομένων και
- δημιουργείται από εγκεκριμένη διάταξη δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής, η οποία βασίζεται σε εγκεκριμένο πιστοποιητικό ηλεκτρονικής υπογραφής.
Στην εξέταση του προβληματισμού, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη φύση και τις ιδιότητες του ηλεκτρονικού εγγράφου, ακόμη και αυτού που φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Το ηλεκτρονικό αυτό έγγραφο έχει αφενός το χαρακτηριστικό ότι δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αλλοιωθεί χωρίς τεχνικά να ακυρωθεί η ηλεκτρονική υπογραφή, και επιπλέον ότι μπορεί να συνδεθεί με συγκεκριμένο πρόσωπο μέσω αυτής. Δεν μπορεί όμως να αποκτήσει ευχερώς το χαρακτηριστικό της μοναδικότητας, στον βαθμό που το ηλεκτρονικό έγγραφο μπορεί τεχνικά να αναπαραχθεί σε απεριόριστο αριθμό απολύτως όμοιων αντιτύπων. Με άλλα λόγια, από την ψηφιακή αποτύπωση πληροφορίων ελλείπει η έννοια του πρωτοτύπου, δηλαδή μίας αποτύπωσης κάποιων πληροφοριών και στοιχείων που να μπορεί να διακριθεί από κάθε αντιγραφή ή αντίτυπο αυτής, τουλάχιστον με ένα σχετικά εύκολο τρόπο για τον μέσο συναλλασσόμενο.
Συνεπώς, ο εκδότης ενός ηλεκτρονικά υπογεγραμμένου αξιογράφου κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με απεριόριστο αριθμό κατόχων απολύτως όμοιων τέτοιων τίτλων (από ταυτόσημα αρχεία σε μορφή PDF που τους έχουν προωθηθεί ηλεκτρονικά), πράγμα το οποίο καθιστά αδύνατη την ασφαλή ταυτοποίηση του δικαιούχου μόνο με την επίδειξη ενός ηλεκτρονικά υπογεγραμμένου τίτλου. Απαιτείται κάποιο είδος μητρώου ή άλλης καταγραφής που θα επιτρέπει και θα συνδυάζει την εξατομίκευση του ηλεκτρονικού τίτλου με συγκεκριμένο πρόσωπο που είναι ο κύριος αυτού και φορέας των συνδεόμενων δικαιωμάτων.
Η αξιοποίηση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (distributed ledger) και συγκεκριμένα αλυσίδας συστοιχιών («blockchain») για την ψηφιοποίηση των αξιογράφων:
Μία τέτοια λύση προσφέρουν οι τεχνολογίες distributed ledger τύπου blockchain, και μάλιστα εκείνες οι πλατφόρμες που υποστηρίζουν τη δημιουργία και διακίνηση μη ανταλλάξιμων κρυπτοπαρασταστικών («Non-Fungible Tokens») και έξυπνων συμβολαίων («Smart Contracts»), όπως είναι το Ethereum και το Trapoot που επιτρέπει πλέον στο δημοφιλέστερο κρυπτονόμισμα bitcoin να εκτελεί «έξυπνα συμβόλαια» στο blockchain, μειώνοντας έτσι το χάσμα μεταξύ αυτού και του Ethereum. Τα μη ανταλλάξιμα κρυπτοπαραστατικά (Non-Fungible Tokens-NFTs) αποτελούν κρυπτογραφημένες διατάξεις βασισμένες σε δίκτυο Blockchain, με μοναδικούς κωδικούς αναγνώρισης και μεταδεδομένα, που τα διακρίνουν τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με άλλα κρυπτοστοιχεία, παρέχοντας την δυνατότητα σύνδεσής τους με φυσικά ή ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Πρόκειται δηλαδή για μοναδικά «πιστοποιητικά», που μπορεί να αντιπροσωπεύουν κάτι, εν προκειμένω το κάθε NFT έναν τίτλο. Έτσι, ο κάτοχος του NFT είναι ο κάτοχος του τίτλου, πράγμα που μπορεί εύλογα να αξιωθεί από τον εκδότη να αναγνωρίσει.
Τα έξυπνα συμβόλαια είναι στην ουσία λογισμικό, το οποίο μεταξύ άλλων μπορεί να προβλέπει κατά τρόπο αυτόματο και προδιαγεγραμμένο την επέλευση συγκεκριμένων συνεπειών όταν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Δηλαδή, παραδείγματος χάριν, αντί ο οφειλέτης – εκδότης ομολογιών να πρέπει τη δήλη ημέρα να διαπιστώσει «χειροκίνητα» ποιοι είναι οι κάτοχοι των NFTs, δηλαδή των τίτλων, μπορεί με ένα έξυπνο συμβόλαιο να προβεί στη διαπίστωση αυτή και στην εξόφληση των ομολογιών (σε κρυπτονόμισμα, πάντως) με τρόπο απολύτως αυτόματο.
Η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού επιτρέπει τη διενέργεια και την καταγραφή συναλλαγών κατά τρόπο ασφαλή και αμετάκλητο, δηλ. την έκδοση, διάθεση και μεταβίβαση τίτλων NFTs. Αυτό συνήθως επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό των ακόλουθων:
- της αποθήκευσης του καθολικού (ledger) σε πολύ μεγάλο αριθμό υπολογιστών, δηλαδή της κατανομής του,
- της αξιοποίησης ασύμμετρου δημοσίου κ κλειδιού για τη διενέργεια συναλλαγών με ασφάλεια και
- της καταγραφής των συναλλαγών και της διασφάλισης του αμετάκλητου αυτής μέσω χρήσης μηχανισμών συναίνεσης όπως proof of work ή proof of stake (πλέον στο Ethereum) και κρυπτογραφικών μεθόδων.
Η έκδοση ψηφιακών τίτλων σε τέτοιο περιβάλλον μπορεί να προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως αυτό του αυτοματισμού και της διευκόλυνσης και της ασφάλειας των συναλλαγών. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει εκδώσει τέτοια ψηφιακά ομόλογα στο Ethereum (EIB issues its first ever digital bond on a public blockchain) και αναμένουμε με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στον τομέα αυτόν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ένταξη των ανωτέρω εννοιών (distributable ledger, blockchain, smart contracts) στην ελληνική έννομη τάξη και η ρύθμιση του κύρους και της απόδειξης των σχετικών εγγραφών και smart contracts έλαβε χώρα με τη θέση σε ισχύ του Ν. 4961/2022 «Αναδυόμενες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, ενίσχυση της ψηφιακής διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις» (άρθρα 47-52). Το άρθρο 50 του εν λόγω νόμου προβλέπει μάλιστα ότι «όπου για τη σύναψη έξυπνου συμβολαίου απαιτείται η θέση υπογραφής ή σφραγίδας, αυτή δύναται να τίθεται με τη μορφή ηλεκτρονικής υπογραφής ή ηλεκτρονικής σφραγίδας, κατά περίπτωση». Ωστόσο, δεδομένης της απουσίας ρητής αναφοράς στην έκδοση τίτλων, αποτελεί νομική πρόκληση η διακρίβωση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των σχετικών διατάξεων του νόμου αυτού και των ειδικών περί συγκεκριμένων τίτλων διατάξεων, ιδίως του Ν. 4548/2018, με σκοπό την αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων.
Ευχαριστήριο Σημείωμα
Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Κωνσταντίνο Παπαδάτο από την εταιρεία Cyber Noesis για τη συνδρομή και τα σχόλιά του.
