Claims securitization mechanism and the legal status-quo of claims administrators (in Greek)

ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ (του ν. 3156/2003) & ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ (του ν.4354/2015) ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Εισαγωγικά

Η διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ν. 4354/2015) και απαιτήσεων προερχόμενων από τιτλοποίηση (ν. 3156/2003) γίνεται από εταιρίες διαχείρισης που προβλέπονται στους αντίστοιχους νόμους. Αποτελεί συχνή πρακτική και προβλέπεται στον νόμο η διαχείριση τιτλοποιημένων βάσει ν. 3156/2003 απαιτήσεων από διαχειριστές του ν. 4354/2015. Η εμφάνιση των διαχειριστών στα δικαστήρια σε θέση ενεργητικώς ή παθητικώς νομιμοποιούμενων διαδίκων και η συμμετοχή τους στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης προκύπτει ως ανάγκη στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητάς τους για είσπραξη των απαιτήσεων που τους ανατίθενται προς διαχείριση.

Σε πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου εντός του 2022 (ΑΠ 822/2022, ΑΠ 1102/2022) τέθηκε το ζήτημα της νομιμοποίησης των ειδικώς αδειοδοτημένων βάσει του ν. 4354/2015 διαχειριστών τιτλοποιημένων βάσει του ν. 3156/2003 απαιτήσεων να ασκούν πρόσθετη παρέμβαση στο πλαίσιο εκκρεμουσών δικών για τιτλοποιημένες απαιτήσεις ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Το γεγονός ότι με τη νομολογία του Αρείου Πάγου τέθηκε εν αμφιβόλω η ικανότητα του ανωτέρω διαχειριστή να παρίσταται ως μη δικαιούχος διάδικος σε δίκες αφορώσες τιτλοποιημένες απαιτήσεις δημιούργησε ανασφάλεια τόσο στα πιστωτικά ιδρύματα, που προβαίνουν συστηματικά σε τιτλοποίηση των απαιτήσεών τους, όσο και στις εταιρίες ειδικού σκοπού και τους διαχειριστές που συμβάλλονται με αυτές για τη διαχείριση τέτοιων απαιτήσεων. Οριστική επίλυση του ζητήματος αναμένεται στις αρχές του 2023 από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Α. Τιτλοποίηση απαιτήσεων – λειτουργία και διαδικασία (ν. 3156/2003)[1][2]

Προτού εξετάσουμε τον προβληματισμό για τη νομιμοποίηση των διαχειριστών του ν. 4354/2015 σε περιπτώσεις διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων, σκόπιμο είναι να κατανοήσουμε τη λειτουργία της τιτλοποίησης απαιτήσεων και τη διαδικασία με την οποία αυτή υλοποιείται στην ελληνική έννομη τάξη. Στα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003 οριοθετείται το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, το οποίο αναλύεται κατωτέρω.

Η τιτλοποίηση συνιστά μέσο χρηματοδότησης. Ένας έμπορος επιθυμεί να χρηματοδοτηθεί και δια της τιτλοποίησης αποκτά τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει τη λογιστική του περιουσία. Εν προκειμένω θα κάνουμε λόγο για το παράδειγμα της τράπεζας, ως εμπόρου που επιθυμεί να λάβει χρηματοδότηση. Η λογιστική περιουσία της τράπεζας συνίσταται, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις που η τελευταία διαθέτει έναντι πελατών της από την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών (επιχειρηματικές απαιτήσεις, όπως για παράδειγμα από στεγαστικά/καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες). Η τιτλοποίηση εξυπηρετεί στην αναβάθμιση της ρευστότητας της τράπεζας διά της διάθεσης τέτοιων απαιτήσεων που καταχωρίζονται μεν στο ενεργητικό της, αλλά, όπως το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τραπεζών, δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες.

Για καλύτερη κατανόηση της διαδικασίας είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τα στάδια με τα οποία πραγματώνεται η τιτλοποίηση:

  •  Πρώτα, η τράπεζα αποφασίζει το σύνολο των απαιτήσεων που θα ρευστοποιήσει («χαρτοφυλάκιο αναφοράς»).
  • Στη συνέχεια, προβαίνει σε μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου αναφοράς λόγω πώλησης σε εταιρία ειδικού σκοπού/ΕΕΣ/όχημα ειδικού σκοπού/SPV (εφεξής «SPV»), η οποία συστήνεται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί φορέας των απαιτήσεων. Η τελευταία έχει μορφή Α.Ε. ελληνικού δικαίου ή άλλη εταιρική μορφή αλλοδαπού δικαίου με παρόμοιες δυνατότητες με αυτή της Α.Ε. Ενδέχεται να είναι εταιρία συμφερόντων του μεταβιβάζοντος, αλλά μπορεί να μην σχετίζεται με τον μεταβιβάζοντα. Η εν λόγω μεταβίβαση διέπεται από ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που περιγράφεται στο άρθρο 14 του ν. 3156/2003. Η διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, δηλαδή των μεταβιβαζόμενων στο SPV απαιτήσεων, δεν γίνεται αυτοπροσώπως από το SPV, αλλά ανατίθεται σε φορείς διαχείρισης που έχουν χωριστή νομική προσωπικότητα από το SPV. Η ανάθεση της διαχείρισης αποσκοπεί στην επίτευξη αποτελεσματικής διαχείρισης των απαιτήσεων λόγω των ειδικών γνώσεων και συστημάτων (π.χ. λογισμικό παρακολούθησης των απαιτήσεων) που τηρεί ο διαχειριστής και παράλληλα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του οφειλέτη που μπορεί να απευθύνεται σε ορισμένη αξιόπιστη δομή για τις οφειλές του που διαπραγματευόταν με την τράπεζα μέχρι πριν από την τιτλοποίηση τους.
  • Επιστρέφοντας στη σχέση τράπεζας και SPV στο πλαίσιο της τιτλοποίησης, αυτή γεννάται και ρυθμίζεται από τις εξής δύο συμβάσεις: την σύμβαση πώλησης (συνδυασμός ν. 3156/2003 και ΑΚ 513 επ.) με αντικείμενο τις επιχειρηματικές απαιτήσεις που συνιστούν το χαρτοφυλάκιο αναφοράς και την σύμβαση εκχωρήσης των ανωτέρω απαιτήσεων (συνδυασμός ν. 3156/2003 και ΑΚ 455 επ.).
  • Ακολούθως, το SPV καλείται να καταβάλει το τίμημα της πώλησης. Για την κάλυψη του τιμήματος ο νόμος προβλέπει για το SPV αφενός ορισμένο τρόπο λήψης χρηματοδότησης, αφετέρου κάποιες υποχρεωτικές εξασφαλίσεις για ενίσχυση της ασφάλειας των δανειστών του. Το SPV εκδίδει ομολογιακό δάνειο και διαθέτει τις ομολογίες με ιδιωτική τοποθέτηση στο επενδυτικό κοινό. Οι επενδυτές προκειμένου να διαθέσουν τα χρήματά τους για να λάβουν τις ομολογίες, από τον τόκο των οποίων θα αποκομίσουν κέρδος, χρειάζεται να λάβουν ορισμένη εξασφάλιση που θα τους επιτρέψει να αναλάβουν τον κίνδυνο που συνδέεται με την απόκτηση ομολογιών με σχετική ασφάλεια. Η εξασφάλιση των επενδυτών επιτυγχάνεται δια της χορήγησης νόμιμου ενεχύρου υπέρ αυτών: νόμιμο ενέχυρο επί των απαιτήσεων του χαρτοφυλακίου αναφοράς και επί του λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται η είσπραξη των απαιτήσεων.

Η λειτουργία της τιτλοποίησης ως χρηματοδοτικού μέσου γίνεται κατανοητή εάν γίνει αντιληπτό ότι τα ανωτέρω στάδια δημιουργούν τη γραμμή χρηματοδότησης της τράπεζας κατά τον εξής τρόπο: οι επενδυτές διαθέτουν το ποσό του ομολογιακού δανείου στο SPV και το SPV καλύπτει με το ποσό αυτό το τίμημα της αγοράς των τιτλοποιημένων απαιτήσεων από την τράπεζα. Το τίμημα από την πώληση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων συνιστά στην ουσία τη χρηματοδότηση της τράπεζας. Μάλιστα, η τράπεζα λαμβάνει χρηματοδότηση η οποία λογίζεται ως ενεργητικό για τον λόγο ότι λαμβάνεται μέσω της καταβολής του τιμήματος της πώλησης. Επιπλέον, η τράπεζα, ανάλογα με τη δομή της συναλλαγής, παύει να παρακολουθεί στις οικονομικές της καταστάσεις τις τιτλοποιημένες και εκχωρηθείσες απαιτήσεις. Λογιστικά, το βαρυνόμενο με τη χρηματοδότηση παθητικό είναι αυτό του SPV. Η τράπεζα, η οποία επιδιώκει μέσω της τιτλοποίησης να λάβει χρηματοδότηση και να δημιουργήσει με τον τρόπο αυτό «χώρο» για να παράσχει περισσότερα δάνεια, αφενός εξασφαλίζει ρευστότητα και διατηρεί ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια, αφετέρου προβαίνει στη χορήγηση περισσότερων δανείων που μπορούν να της αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη.

Β. Διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων βάσει ν. 3156/2003– Νομιμοποίηση διαχειριστών ν. 4354/2015 – Αποφάσεις ΑΠ 822/2022 και 1102/2022 [3], [4]

Στο σχήμα της τιτλοποίησης, η διαχείριση των απαιτήσεων που ανατίθεται στον διαχειριστή είναι, πρώτον, υποχρεωτική εκ του νόμου και, δεύτερον, περιλαμβάνει τις ενέργειες για την είσπραξη των απαιτήσεων και την περαιτέρω διαχείριση των εισπραττόμενων ποσών. Διαχειριστής βάσει της παραγράφου 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 μπορεί να είναι:

Α. πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νόμιμα αυτές τις υπηρεσίες σύμφωνα με τον σκοπό του στον ΕΟΧ,

Β. ο μεταβιβάζων τις απαιτήσεις (π.χ. η τράπεζα για την οποία γίνεται λόγος ανωτέρω), ή

Γ. τρίτος, που είτε του είχε ανατεθεί η είσπραξη ή η διαχείριση προ της μεταβίβασης, είτε εγγυάται υπέρ αυτών.

Ο ν. 4354/2015 για τη μεταβίβαση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις προβλέπει και τέταρτη (Δ) περίπτωση προσώπου που δύναται να διαχειριστεί τιτλοποιημένες απαιτήσεις: πρόκειται για την Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) η οποία στο άρθρο 1α., ββ), εδ. β ορίζεται ως χρηματοδοτικό ίδρυμα, συνεπώς εμπίπτει στην υπό Α. περίπτωση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων του ν. 3156/2003 που αναφέρθηκε ανωτέρω. Οι διαχειριστές του ν. 4354/2015 (ΕΔΑΔΠ) είναι ανώνυμες εταιρίες, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, αδειοδοτημένες και εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Προς καλύτερη κατανόηση του ζητήματος που έχει ανακύψει για τη νομιμοποίηση διαχειριστών (του ν. 4354/2015) τιτλοποιημένων απαιτήσεων (υπό τον ν. 3156/2003), αξίζει να αναφέρουμε ότι προκειμένου ο διαχειριστής να προσφύγει στο δικαστήριο για την ικανοποίηση των διαχειριζόμενων απαιτήσεων πρέπει να αποδείξει ότι νομιμοποιείται προς τούτο, ώστε να είναι παραδεκτή η άσκηση του ένδικου βοηθήματος ή του μέσου ή της παρέμβασής του στη δίκη. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί τι ακριβώς ισχύει για τη νομιμοποίηση των SPVs και τι για τη νομιμοποίηση των διαχειριστών του ν. 4354/2015 στο πλαίσιο τιτλοποίησης. Τα SPVs του ν. 3156/2003 (τα οποία δεν έχουν εξουσία διαχείρισης των απαιτήσεων) νομιμοποιούνται ως ειδικοί διάδοχοι (ΚΠολΔ 225, 325) για διεκδίκηση των απαιτήσεων δια της δικαστικής οδού. Αντίθετα, οι διαχειριστές του ν. 4354/2015, εφόσον κριθεί σχετικώς ότι νομιμοποιούνται σε περιπτώσεις τιτλοποίησης, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον γίνει δεκτή η κατ’εξαίρεση νομιμοποίησή τους και θεωρηθούν μη δικαιούχοι – μη υπόχρεοι διάδικοι. Γενικά για τους διαχειριστές στο πλαίσιο τιτλοποιήσεων του 3156/2003, γινόταν δεκτό μέχρι πρόσφατα ότι νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις δικαστικά, με κατ’εξαίρεση νομιμοποίησή τους κατόπιν τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 10, παρ. 14 του ν. 3156/2003 και με παραχώρηση τέτοιας δικονομικής εξουσίας μέσω της σύμβασης διαχείρισης.

Ζήτημα ανέκυψε όταν ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 822/2022, έκρινε τον Μάιο ότι δεν υφίσταται νομιμοποίηση αδειοδοτημένης βάσει ν. 4354/2015 διαχειρίστριας τιτλοποιημένων απαιτήσεων υπό το ν. 3156/2003. Στην κριθείσα περίπτωση, το δικαστήριο απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση εταιρίας διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων υπέρ αναιρεσίβλητης τράπεζας ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποίησης. Το δικαστήριο άντλησε επιχείρημα από τον ν. 4354/2015 (περί μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Το άρθρο 2, παράγραφος 4 του ν. 4354/2015 αναφέρει ρητά ότι: «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Το δικαστήριο εξήγησε ότι, εφόσον η νομιμοποίηση των Ανώνυμων Εταιριών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΑΕΔΑΔΠ) του ν. 4354/2015 που ασκούν έργο διαχειριστή προκύπτει σαφώς από ρητή αναφορά στον νόμο, τότε, όταν αυτές διαχειρίζονται απαιτήσεις από τιτλοποίηση, η έλλειψη (αντίστοιχης) ρητής πρόβλεψης τέτοιας δυνατότητας (και) στον ν. 3156/2003 για τις τιτλοποιήσεις συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να παράσχει αυτή τη δυνατότητα στους τελευταίους αναφορικά με τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, εξήγησε ότι η παρεμβαίνουσα εταιρία διαχείρισης δεν εδύνατο να επιδιώξει την εκπλήρωση της ένδικης απαίτησης στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που κατέστη δικαιούχος της απαίτησης με εκχώρηση, «αφού ο ν. 3156/2003 δεν απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού». Το δικαστήριο υποστήριξε ότι υπό τον ν. 3156/2003 δεν θεμελιώνεται κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του διαχειριστή.

Περαιτέρω, το δικαστήριο διέκρινε σαφώς τη θέση του διαχειριστή όπως οριοθετείται στο πλαίσιο τιτλοποιήσεων του ν. 3156/2003 από αυτή που του επιφυλλάσσεται με τον ν. 4354/2015, αναφέροντας ότι «η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 δεν απονέμει στις [προαναφερόμενες] εταιρίες διαχειρίσεως ενεργητική κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ένδικες αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις παρά μόνο ρυθμίζουν τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες». Το δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα να χορηγούνται δικονομικές εξουσίες στους διαχειριστές από τη σύμβαση διαχείρισης με το σκεπτικό ότι «η εταιρία διαχείρισης του άρθρου 10 ν. 3156/2003 αναλαμβάνει με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων χωρίς […] να έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρίας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση». Με αυτή τη θέση το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι αν η νομιμοποίηση δεν θεμελιώνεται στον νόμο, δεν μπορεί να συμφωνηθεί με σύμβαση. Διευκρίνισε, ακόμη, ότι δεν είναι επιτρεπτή αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4354/2015 για την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιριών διαχείρισης δανείων (του ν. 4354/2015) και επί των εταιριών διαχείρισης του ν. 3156/2003. Τέλος, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο ν. 4354/2015 όπως προβλέπει ρητά στο άρθρο 1, παράγραφος 1δ, δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του ν. 3156/2003, ώστε οι δύο νόμοι διέπονται διακριτά από τους δικούς τους κανόνες ο καθένας.

Αντίθετα, με τη μεταγενέστερη απόφαση 1102/2022 άλλου τμήματος του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο έκρινε (τον Ιούνιο), μεταξύ άλλων, ότι πρόσθετη παρέμβαση αδειοδοτημένου βάσει ν. 4354/2015 διαχειριστή τιτλοποιημένων απαιτήσεων βάσει του ν. 3156/2003 υπέρ τραπεζικής εταιρίας είναι νόμιμη. Δικαιούχος των διαχειριζόμενων απαιτήσεων ήταν αλλοδαπή εταιρία, ειδική διάδοχος της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας. Ως ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρίας, η αλλοδαπή νομιμοποιούνταν για παρέμβαση στην εκκρεμούσα δίκη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας λόγω ειδικής διαδοχής και συνακόλουθης δέσμευσης από το δεδικασμένο (ΚΠολΔ 225, 325). Ο διαχειριστής επικαλούμενος ότι του «χορηγήθηκε από την ως άνω αλλοδαπή εταιρία σχετικό πληρεξούσιο σύμφωνα με το Ν. 3156/2003» και ότι αποτελεί εκ του νόμου διαχειριστή θεμελίωσε έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας. Το δικαστήριο αναφέρθηκε παράλληλα στα εξής δύο σημεία: αφενός ότι η μεταβίβαση των απαιτήσεων έγινε εν προκειμένω βάσει ν. 3156/2003, αφετέρου ότι ο διαχειριστής είναι Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΑΕΔΔΔΠ) του ν. 4354/2015. Η παράλληλη αναφορά στα δύο νομοθετήματα επέτρεψε στο δικαστήριο αφενός να επικαλεστεί τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, σύμφωνα με την οποία «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. […] Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις», αφετέρου τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω ν. 4354/2015, που αναφέρθηκε ανωτέρω και προβλέπει ρητά τη νομιμοποίηση των διαχειριστών του ν. 4354/2015. Αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ως εταιρία του ν. 4354/2015 ο διαχειριστής, τιτλοποιημένων εν προκειμένω, απαιτήσεων δύναται να ασκήσει νομίμως αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Παράλληλα το δικαστήριο θεώρησε ότι η ύπαρξη σχετικού πληρεξουσίου που χορηγεί τέτοια εξουσία στον διαχειριστή είναι σύμφωνη με τον ν. 3156/2003, αποδεχόμενη τη θέση ότι η κατ’εξαίρεση νομιμοποίηση, και η συνακόλουθη χορήγηση δικονομικών εξουσιών, είναι δυνατόν να ιδρυθεί συμβατικά.

Λαμβανομένου υπόψη ότι και στις δύο υποθέσεις που έφτασαν ενώπιον του Αρείου Πάγου εξετάστηκαν περιπτώσεις μεταβίβασης απαιτήσεων λόγω τιτλοποίησης βάσει του ν. 3156/2003 και ότι επιφυλάχθηκε διαφορετική αντιμετώπιση ως προς το παραδεκτό της νομιμοποίησης των διαχειριστών του ν. 4354/2015 των εν λόγω απαιτήσεων, έχει προκύψει αντιφατική νομολογία. Για τον λόγο αυτό η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου καλείται να αποφανθεί εντός του μήνα (Ιανουάριος του 2023) εάν πράγματι υφίσταται ή όχι νομιμοποίηση των διαχειριστών του ν. 4354/2015 κατά τη διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων βάσει του ν. 3156/2003.

Γ. Σκέψεις

Θεωρούμε ότι η ανάγνωση των διατάξεων του ν. 3156/2003 προκρίνεται να γίνει αυτοτελώς (σε σχέση με τις διατάξεις του ν. 4354/2015). Το γεγονός ότι οι δύο νόμοι έχουν συναφές υποκειμενικό και αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής δεν συνεπάγεται πως η ρητή πρόβλεψη της νομιμοποίησης του διαχειριστή στον ν. 4354/2015 επιτρέπει να ερμηνευθεί ο ν. 3156/2003 κατά τρόπο που να θεωρείται ότι δεν παρέχει τέτοια αντίστοιχη δυνατότητα ελλείψει αντίστοιχης ρητής πρόβλεψης στις διατάξεις του. Αντίθετα, είναι κρίσιμο να προσεγγίσουμε τον ν. 3156/2003 τελολογικά. Το επιχείρημα που αντλείται από μια τέτοια προσέγγιση είναι το εξής: εφόσον η διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων είναι εκ του νόμου υποχρεωτική και εφόσον ο δικαιολογητικός λόγος για μια τέτοια πρόβλεψη υπήρξε, μεταξύ άλλων, η αποτελεσματική διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, είναι εύλογο να απαιτούμε το ίδιο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με την είσπραξη των απαιτήσεων να νομιμοποιείται και να τις διεκδικήσει δικαστικά ως μη δικαιούχος διάδικος. Η διεκδίκηση δια της δικαστικής οδού θα πρέπει να ιδωθεί ως συνέχεια της διαδικασίας είσπραξης που ανατίθεται με τη σύμβαση διαχείρισης στον διαχειριστή. Με τη σύμβαση αυτή ο διαχειριστής αναλαμβάνει την παρακολούθηση της πορείας των απαιτήσεων, την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και εφόσον απαιτείται ή κρίνεται σκόπιμο τη δικαστική διεκδίκηση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων που αμελούν να ικανοποιήσουν οι οφειλέτες. Η δικαστική οδός είναι (πολύ συχνά) μονόδρομος για την αποτελεσματική διαχείριση των τιτλοποιημένων  απαιτήσεων, η δε αποτελεσματική διαχείριση είναι και το ζητούμενο της σχετικής ανάθεσης στον διαχειριστή με την ειδική (υποχρεωτική) σύμβαση διαχείρισης.

Αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον η κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στις αρχές του τρέχοντος έτους!


[1] Λέκκας Γ., «Εμπράγματη εξασφάλιση του ομολογιακού δανείου και τιτλοποίηση απαιτήσεων», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σελ. 101-260.

[2] Κουλορίδας Α., «Η τιτλοποίηση απαιτήσεων ως μηχανισμός διαχείρισης και αναχρηματοδότησης επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων», ΔΕΕ 8-9/2017, σελ. 1018-1032.

[3] Πάσχου Ε., «Παρατηρήσεις στην ΑΠ 822/2022 – Νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων του Ν 4354/2015 σε περίπτωση τιτλοποίησης με βάση τον Ν 3156/2003», ΤΝΠ QUALEX, ΕφΑΔΠολΔ, 10/2022, σελ. 1236-1239.

[4] Απαλαγάκη Χ. – Κιτσαράς Λ., «Η εξαιρετική νομιμοποίηση των ΕΔΑΔΠ κατά τη διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων», Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου, ΚΒ/2022, σελ. 704-713.