Provision of investment services: Information extended to the investor and civil liability issues (in Greek)

Πληροφόρηση και αστική ευθύνη στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών

Ι. Εισαγωγικά

Το ζήτημα της ευθύνης που ενδεχομένως υπέχουν επενδυτικοί σύμβουλοι αναφορικά με την απαιτούμενη πληροφόρηση που παρέχουν στο οικείο συναλλακτικό πεδίο έλαβε σαφείς διαστάσεις με την απόφαση υπ’ αριθμ. 354/2022 του Αρείου Πάγου[1], εκδοθείσα στο πλαίσιο συναλλαγών επί ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds) με επενδυτές καταναλωτές. Η πληροφόρηση του επενδυτή, ιδίως δε του ούτως ειπείν «ιδιώτη επενδυτή», και η παροχή επενδυτικών συμβουλών θα πρέπει να προσαρμόζονται στα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, καθώς και στα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της επένδυσης, ώστε εκείνος να είναι σε θέση να λάβει μία τεκμηριωμένη απόφαση και, συνακόλουθα, η εκάστοτε επένδυση να αποτελεί μία πράγματι ηθελημένη συναλλαγή. Το είδος και η έκταση της πληροφόρησης κατά τη διάρκεια της επενδυτικής σχέσης εντείνεται, όσο πιο σύνθετα είναι τα προτεινόμενα επενδυτικά προϊόντα. Όπως επισημάνθηκε στο σκεπτικό της ανωτέρω δικαστικής απόφασης, το γεγονός ότι τα perpetual bonds συνιστούν υβριδικούς τίτλους, σύνθετους στη σύλληψη και τη λειτουργία, γεννά ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη επενδυτή, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη ότι ακόμα και ο καταρτισμένος επενδυτής μπορεί εύκολα να παραπλανηθεί ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους, θεωρώντας ότι προσομοιάζουν με απλά ομόλογα ομολογιακού δανείου, στη λήξη των οποίων αναμένεται η επιστροφή του επενδυθέντος κεφαλαίου[2].

Βέβαια, η κρίσιμη αυτή παράμετρος της πληροφόρησης δεν εξικνείται μέχρι του σημείου αποτροπής τυχόν ζημίας από επενδυτική δραστηριότητα. Όπως ευχερώς τονίζεται από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, δεν σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μια επένδυση με αυξημένους κινδύνους, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους, στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί[3]

Στη μεταγενέστερη απόφασή του υπ’ αριθμ. 1411/2022[4], της οποίας και πάλι αντικείμενο ήταν οι επενδύσεις μεταξύ άλλων σε perpetual bonds, ο Άρειος Πάγος αξιολόγησε ως κρίσιμο το γεγονός ότι ο επενδυτής εν προκειμένω ήταν έμπειρος, επέλεξε ο ίδιος τα προϊόντα στα οποία επιθυμούσε να επενδύσει χωρίς καμία προτροπή ή ακόμα και πρόταση από το αντισυμβαλλόμενο πιστωτικό ίδρυμα, με το δε οποίο είχε συνάψει αρχικά σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών και όχι παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Στη συνέχεια συνήψε και σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η οποία εκτελείτο με βάση τις εντολές του επενδυτή και δυνάμει της οποίας το πιστωτικό ίδρυμα παρείχε συμβουλές μόνο κατόπιν αίτησης του επενδυτή. Το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα παρείχε πλήρη ενημέρωση στον επενδυτή και μάλιστα είχε μεριμνήσει να τον πληροφορήσει για την καθοδική επενδυτική πορεία του χαρτοφυλακίου του ένεκα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Παρ’ όλα αυτά, ο επενδυτής επέλεξε συνειδητά να μην το ρευστοποιήσει, θεωρώντας ότι αυτό δεν θα ήταν συμφέρον και προσδοκώντας μελλοντική άνοδο της αξίας του. Για τη ζημία που εν τέλει υπέστη, εγκάλεσε ως υπεύθυνο το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο όμως, όπως κρίθηκε από τα δικαστήρια, δεν ενήργησε ούτε αντισυμβατικά ούτε αδικοπρακτικά, ώστε να θεμελιώνεται τυχόν αποζημιωτική του ευθύνη.

Είναι γεγονός ότι, τα προηγούμενα χρόνια, τα ημεδαπά δικαστήρια κλήθηκαν να δώσουν απάντηση σε μία σειρά αξιώσεων επενδυτών, ως απόρροια μίας αυξημένης κινητικότητας στην επενδυτική δραστηριότητα, εφαρμόζοντας διατάξεις (του δικαίου της κεφαλαιαγοράς), που εκ προοιμίου δεν αποτελούν την κατεξοχήν ύλη του ιδιωτικού δικαίου.

Οι σχετικοί ημεδαποί νόμοι (ν. 2396/1996, ν. 3606/2007 και ν. 4514/2018) που σκοπούν στη ρύθμιση της οικείας αγοράς αποτέλεσαν επί της ουσίας ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη αντίστοιχων οδηγιών[5], οι οποίες και αποτύπωσαν τη σχεδόν τριακονταετή προσπάθεια του ενωσιακού νομοθέτη να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία της Κεφαλαιαγοράς[6], κατοχυρώνοντας επιπλέον ένα επίπεδο προστασίας των συμμετεχόντων σε αυτήν.

Από μία απλή επισκόπηση του υπάρχοντος ρυθμιστικού πλαισίου προκύπτει ότι μεταξύ των παρεχόμενων επενδυτικών υπηρεσιών (ως κύρια υπηρεσία[7] όπως για παράδειγμα η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό), αυτές που ενέχουν για τους παρέχοντες επενδυτικές υπηρεσίες ιδιαίτερες σκοπέλους υπό την έννοια της αυξημένης πιθανότητας να εγερθούν δικαστικές επιδιώξεις ιδιωτών είναι κατά βάση η διαχείριση χαρτοφυλακίου και οι επενδυτικές συμβουλές.

Για τον λόγο αυτόν, στο παρόν γίνεται μία σύντομη αναφορά στην υπηρεσία των επενδυτικών συμβουλών, η οποία αποτελεί και μία βασική υπηρεσία για το ευρύ κοινό, υπό το πρίσμα κάποιων νομολογιακών παραδειγμάτων.

Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι για τη διαπίστωση της ύπαρξης μίας σύμβασης συμβουλευτικών επενδυτικών υπηρεσιών δεν μπορεί να περιοριστεί κανείς στη ρητή συμφωνία των μερών, δεδομένου ότι κατ’ επανάληψη η νομολογία δέχεται ότι η σχετική σύμβαση μπορεί να συναφθεί και σιωπηρά «αρκεί η έναρξη της συζήτησης μεταξύ επενδυτή και παρόχου αναφορικά με τον σχεδιασμό και την πραγμάτωση συγκεκριμένης επενδυτικής απόφασης»[8]

ΙΙ. Το ρυθμιστικό πλαίσιο

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, είναι γνωστό ότι οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, κατά την εκτέλεση της σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, οφείλουν να τηρούν μία σειρά από κανόνες, κατά τις ρητές προβλέψεις του νόμου (άρθρ. 24 επ. ν. 4514/2018), όπως είναι για παράδειγμα, η υποχρέωση πληροφόρησης[9], ο έλεγχος καταλληλότητας (suitability test)[10] ο έλεγχος συμβατότητας (appropriateness test)[11] του επενδυτή, καθώς και η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων[12]. Επιπλέον δε αυτών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έχει θέσει ακόμα πιο εξειδικευμένους κανόνες συμπεριφοράς[13].

Εντούτοις, παρά το συγκεκριμένο πλαίσιο υποχρεώσεων των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών, δεν προβλέφθηκε ρητά στο νόμο η συνέπεια από τη μη τήρηση αυτών των υποχρεώσεων, πέρα από τις υπάρχουσες διοικητικές κυρώσεις (πχ. άρθρ. 89 ν. 4514/2018). Η απάντηση για το εύρος και την ευθύνη των επενδυτικών υπηρεσιών δεν υπήρξε εύκολη, κατέστη όμως γρήγορα φανερό ότι θεμελιώδες συστατικό του οικοδομήματος του δικαίου της κεφαλαιαγοράς πρέπει να αποτελεί και το δίκαιο της αστικής ευθύνης.

Tόσο η θεωρία, όσο και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων διχάστηκε στο ζήτημα. Από τη μία πλευρά υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η νομική φύση των κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς είναι δημοσίου δικαίου, καθώς εν γένει η «MiFID II» ανήκει στο πεδίο της εποπτείας του δικαίου της Κεφαλαιαγοράς, επομένως μόνο διοικητικές κυρώσεις είναι επιτρεπτές. Αντίθετη θέση, όμως, κατέδειξε ότι οι σχετικοί κανόνες ακτινοβολούν εμμέσως και στο ιδιωτικό δίκαιο επιδρώντας στις οριζόντιες σχέσεις ανάμεσα σε επενδυτές και παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών. Υπό το πρίσμα όμως της τελευταίας θέσης έμενε να οριοθετηθεί υπό ποιες προϋποθέσεις θα η δύνατο να θεμελιωθεί ευθύνη μιας εταιρείας παροχής επενδυτικών συμβουλών.

ΙΙΙ. Η θέση της νομολογίας

Η ελληνική Δικαιοσύνη αρχικώς κλήθηκε να δώσει απαντήσεις στο ζήτημα με υποθέσεις που αφορούσαν στη διάθεση επενδυτικών προϊόντων της Lehman Brothers[14]. Εξ αφορμής αυτών των υποθέσεων και εντεύθεν, τα ελληνικά Δικαστήρια, με νομολογία που έχει παγιωθεί, δέχονται σε πρώτο επίπεδο ότι η λειτουργία του ν. 4514/2018[15] είναι διττή, ήτοι ορίζει αφενός τις προϋποθέσεις και τους όρους λειτουργίας που αφορούν σε κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς των εταιρειών και συμμετεχόντων στο επενδυτικό γίγνεσθαι, η παράβαση των οποίων επιφέρει διοικητικές κυρώσεις (εξ’ ου και η εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), ταυτόχρονα όμως ακτινοβολεί και επηρεάζει και τις ιδιωτικές σχέσεις που ανακύπτουν μεταξύ παρόχου και δέκτη επενδυτικών υπηρεσιών, στο προστατευτικό πεδίο των οποίων περιλαμβάνονται και ιδιωτικά συμφέροντα και ως εκ τούτου η παραβίαση τους δύναται να γεννά ευθύνη προς αποζημίωση έναντι ιδιωτών κατά τις κοινές διατάξεις της αδικοπραξίας (ΑΚ 914 επ.) και δεν περιορίζεται η σχετική ευθύνη μόνο σε διοικητικές κυρώσεις[16].

Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, έχει καταδειχθεί από τη νομολογία ότι οι υποχρεώσεις των παρόχων εξαντλούνται, ως επί το πλείστον, στην κάλυψη της πληροφοριακής ασυμμετρίας του ενδιαφερόμενου επενδυτή, σχετικά με την επένδυση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει[17]. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να φέρει ευθύνη η εταιρεία παροχής επενδύσεων για το αποτέλεσμα της επιχειρούμενης επένδυσης, στο βαθμό που έχει ενημερώσει με κατανοητό τρόπο τον επενδυτή για την επένδυση που τον ενδιαφέρει και τους κινδύνους που ενδεχομένως τη συνοδεύουν. Άλλωστε, ο κίνδυνος (ρίσκο) και δεδομένος και συνυφασμένος με τις σχετικές συναλλαγές είναι.

Η πληροφόρηση αυτή πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες και την εμπειρία του εκάστοτε επενδυτή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του, οι εταιρείες παροχής επενδυτικών συμβουλών οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά[18].

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις πλείστες των περιπτώσεων, οι αξιώσεις των επενδυτών που φέρεται να πηγάζουν από παράβαση κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς των παρόχων θα έχουν, κατά κανόνα, συμβατικό χαρακτήρα (σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου κλπ.). Η συμβατική αυτή σχέση, μεταξύ ΕΠΕΥ και επενδυτών, χαρακτηρίζεται μάλιστα ως σχέση εμπιστοσύνης[19].

IV. Καταληκτικές παρατηρήσεις

Το βασικό πρόβλημα που καλείται να ρυθμίσει ο νομοθέτης, σε όλη την έκταση του οικείου συναλλακτικού πεδίου, είναι η άμβλυνση της πληροφοριακής ασυμμετρίας. Η πλήρης και ακριβής πληροφόρηση είναι απαραίτητη, γιατί καθιστά δυνατή τη λειτουργία της ιδιωτικής αυτονομίας του επενδυτή. Σε αυτό το επίπεδο η ιδιωτική αυτονομία εκφράζεται με τη μορφή της δυνατότητας λήψης μίας θεμελιωμένης ορθολογικής επενδυτικής απόφασης συμβατής με τους στόχους του επενδυτή. Η πληροφόρηση λειτουργεί ως ένα «εργαλείο» προς προστασία τόσο της αγοράς, όσο και των συμμετεχόντων. Εξ αυτού του λόγου η υποχρέωση προς πληροφόρηση του επενδυτή δεν εξαντλείται στο στάδιο της πραγματοποίησης της επένδυσης, μολονότι μπορεί να λεχθεί ότι εκεί εντοπίζεται κατ’ αρχήν το ειδικό βάρος αυτής, αλλά εξακολουθεί να βαρύνει τον πάροχο σε όλο το διάστημα που ο επενδυτής διατηρεί στην κυριότητά του το χρηματοπιστωτικό μέσο.

Είναι δεδομένο ότι ο πυρήνας του ρυθμιστικού πλαισίου προστασίας των επενδυτών και πολλώ μάλλον κατά την εκτέλεση συναλλαγών χρηματοπιστωτικών μέσων βασίζεται στη θεωρία της αποτελεσματικής αγοράς (Efficient Capital Market Hypothesis).

Υπό το πρίσμα αυτής της θεωρίας κρίθηκε ότι σημαίνον στοιχείο, ικανό να επηρεάσει το σύνολο της αγοράς, αποτελεί το πληροφοριακό υπόβαθρο των επενδυτών, οπότε το στοιχείο της πληροφόρησης είναι εγγενές και ενυπάρχει σε οποιαδήποτε έκφανση.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στις περισσότερες αποφάσεις που περιλαμβάνονται αξιώσεις επενδυτών εναντίον παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών (και συνήθως τράπεζες) παρατηρείται από τη νομολογία η προσφυγή στους κανόνες περί αδικοπρακτικής ευθύνης, αυτή η τάση όμως εγείρει ερωτηματικά. Από την πλευρά μας, επισημαίνουμε ότι η ευθύνη για μία ζημιογόνο συμπεριφορά όταν εκδηλώνεται στο πλαίσιο μίας συμβατικής σχέσης θα πρέπει κατ’ αρχήν να αναζητηθεί στους ειδικούς και γενικούς κανόνες για τη λειτουργία της σχέσης αυτής. Επομένως, η εξέταση της όποιας ευθύνης θα πρέπει προεχόντως να διέρχεται του συμβατικού δεσμού.


[1] ΑΠ 354/2022 ΤΝΠ Σάκκουλας.

[2] Με το ζήτημα των perpetual bonds ασχολήθηκαν και τα Eφετεία Θεσσαλονίκης και Λάρισας στις αποφάσεις τους υπ’ αριθ. 1491/2022 και 387/2022 αντίστοιχα

[3] Ομοίως ως άνω. Βλ. και ΕφΑθ 4172/2022 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο επεξεργασίας σύμβασης απλής λήψης και διαβίβασης εντολών για επένδυση πελάτη σε κρατικά ομόλογα, η οποία κατέστη ζημιογόνος λόγω του PSI, ζήτημα για το οποίο κρίθηκε ότι η τράπεζα δεν έφερε ευθύνη,.

[4] ΑΠ 1411/2022,ΤΝΠQualex

[5] Σε αυτή την κατεύθυνση η οδηγία «ISD» (Investment Services Directive 93/22/ΕΟΚ) , αντικαταστάθηκε από τη «MiFID I» (Markets in Financial Instruments Directive – 2004/39/ΕΚ) , την οποία τέλος διαδέχθηκε η «MiFID II» (2014/65/ΕΕ)

[6] 2014/65/ΕΕ

[7] Περιγράφονται στο Τμήμα Α του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, όπου και παραπέμπει ρητά η παρ. 2 του άρθρ. 4 του ίδιου νόμου

[8] 1493/2017 ΤΝΠ Σάκκουλας. Μεταξύ πολλών, ΑΠ 1411/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (ανωτέρω) και ΜΕφΘεσ 1491/2022 (βλ. υποσημ. 2)

[9] Άρθρ. 24 ν. 4514/2018. Σύμφωνα με το αρ. 25 παρ. 2, σκοπός του νόμου δεν είναι προφανώς η εξασφάλιση μίας επικερδούς επένδυσης, αλλά η παροχή όλων εκείνων των πληροφοριών, προκειμένου ο επενδυτής να λάβει την καταλληλότερη απόφαση για το επενδυτικό του προφίλ και να σταθμίσει τον σχετικό κίνδυνο

[10] Άρθρ. 25 παρ. 6ν. 4514/2018

[11] Άρθρ. 25 παρ. 6ν. 4514/2018

[12] Άρθρ. 23 ν. 4514/2018

[13] Με την υπ’ αριθμ. 1/452/1.11.2007 απόφαση του ΔΣ

[14] ΠΠρΑθ 299/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[15] «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις»

[16] ΕφΑθ 4564/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1182/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1183/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 3255/2020, ΕφΑθ 5431/2019, ΕφΑθ 2201/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4250/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 4507/2018, ΕφΑθ 4509/2018, ΕφΑθ 2365/2018, ΕφΑθ 2366/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1185 / 2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ «[…] Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην µη καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρεώσεων». Βλ. επίσης, ΕφΑθ 4172/2022 «Ενόψει των ανωτέρω, το πραγματικό του «λευκού» κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ πληρούται, όταν παραβιάζονται οι διατάξεις της υπ` αριθ. 2501/31.12.2002 Πράξεως Διοικητού της Τραπέζης της […], του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 και της εκδοθείσας […] υπ` αριθ     /1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς […], οι οποίες τείνουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των επενδυτών, γεννάται δε υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος και ή/και της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προς αποζημίωση του επενδυτή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) […]». Βλ. και ΕφΑθ 2031/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου «Κατ’ αρχήν, βασίμως δύναται να υποστηριχθεί ότι ενδεχομένη αστική ευθύνη του εκδότη των τίτλων […] έναντι των επενδυτών – πραγματικών δικαιούχων προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας τους δύναται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 288, 330 επ., 914 επ. ΑΚ»

[17] ΕφΑΘ 2201/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 2981/2021, όπου επισημαίνεται ότι «ενάγοντες, εκπροσωπούμενοι από την πρώτη εξ αυτών, έλαβαν πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση για το είδος, τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά της εν λόγω επένδυσης, ήτοι ότι τα επίδικα ομόλογα ήταν μειωμένης εξασφάλισης και αποφάσισαν με δική τους πρωτοβουλία να επενδύσουν σε αυτά, χωρίς παρότρυνση, πειθώ και φορτικότητα από τους υπαλλήλους της εναγομένης και χωρίς διαβεβαιώσεις περί του εγγυημένου του προς επένδυση κεφαλαίου τους»

[18] ΑΠ 228/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[19] ΕφΛαρ.188/2022ΤΝΠΝΟΜΟΣ