Διοικητικές διαφορές ουσίας: Δεύτερη προσφυγή κατ’ άρθρο 70 ΚΔΔ
Πρόσφατα η εταιρεία μας χειρίστηκε επιτυχώς υπόθεση «δεύτερης» προσφυγής κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 70 ΚΔΔ (ν. 2717/1999), αφορώσα σε (μη νόμιμη) επιβολή δημοτικών τελών, η οποία έγινε δεκτή από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η αρχική προσφυγή έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο.
Πότε είναι επιτρεπτή η «δεύτερη» αυτή προσφυγή, η εκ νέου δηλαδή άσκηση προσφυγής κατά της ίδιας διοικητικής πράξης από τον ίδιο διάδικο; Mε την πρώτη παράγραφο του άρθρου 70 ΚΔΔ καθιερώνεται κατ’ αρχήν απαγόρευση άσκησης δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της ίδιας διοικητικής πράξης, ως ειδικότερη εκδήλωση της γενικής αρχής της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων στη διοικητική δίκη.
Με τη διάταξη, ωστόσο, του β΄ εδαφίου της παραγράφου αυτής εισάγεται εξαίρεση από την παραπάνω δικονομική αρχή, καθόσον προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης της λεγόμενης «δεύτερης προσφυγής» υπό προϋποθέσεις, τα αποτελέσματα της παραδεκτής άσκησης της οποίας ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της αρχικής. Συνεπώς, η υπόθεση και οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν τη συζήτηση της αρχικής προσφυγής, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να ασκήσουν εκ νέου το σχετικό δικαίωμά τους προσφυγής.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα άσκησης «δεύτερης» προσφυγής είναι:
α) η αρχική προσφυγή να έχει απορριφθεί τελεσίδικα και
β) ο λόγος απόρριψης να είναι τυπικός και συνεπώς να μην υπάρχει ουσιαστική κρίση επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Ως «τυπικός» λόγος θεωρείται ο λόγος που αναφέρεται σε έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων που συνεπάγονται την ακυρότητα ή το απαράδεκτο της προσφυγής, εξαιρουμένων όμως ρητά της περίπτωσης απόρριψης της προσφυγής ως εκπρόθεσμης, αλλά και των περιπτώσεων που ο προσφεύγων, αν και κλήθηκε με πράξη είτε του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος να συμπληρώσει διαπιστούμενες ελλείψεις των στοιχείων της νομιμοποίησης του δικαστικού πληρεξουσίου ή άλλες τυπικές παραλείψεις ή να προσκομίσει το προβλεπόμενο αποδεικτικό καταβολής παραβόλου, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του ΚΔΔ, εντούτοις δεν συμμορφώθηκε. Αντίθετα, εάν δεν έχει προηγηθεί σχετική κλήση από το δικαστήριο περί συμπλήρωσης των τυπικών παραλείψεων, επιτρέπεται η άσκηση «δεύτερης» προσφυγής και συγχωρείται το απαράδεκτο αυτής.
Συνεπώς, σε περιπτώσεις που η αρχική προσφυγή είχε απορριφθεί λόγω αοριστίας ή έλλειψης εννόμου συμφέροντος ή μη νομιμοποίησης του φερόμενου ως πληρεξουσίου δικηγόρου ή μη καταβολής παραβόλου ή μη υπογραφής του δικογράφου από δικηγόρο υπάρχει δυνατότητα άσκησης «δεύτερης» προσφυγής.
Περαιτέρω, προκειμένου η «δεύτερη» προσφυγή να είναι παραδεκτή και να αρχίσει εκ νέου η δίκη, πρέπει αυτή να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης επί της πρώτης προσφυγής.
Σκοπός της ρύθμισης του άρθρου 70 ΚΔΔ αναφορικά με τη δυνατότητα άσκησης «δεύτερης» προσφυγής είναι αφενός μεν να αποτραπεί η διαιώνιση της εκκρεμότητας και η καταχρηστική άσκηση δεύτερης προσφυγής σε διαδίκους που, ενώ κλήθηκαν και είχαν τη δυνατότητα να συμπληρώσουν τις τυπικές παραλείψεις ήδη από το στάδιο της αρχικής προσφυγής, εντούτοις δεν το έπραξαν, και αφετέρου δε να μην στερείται ο διοικούμενος του δικαιώματος δικαστικής προστασίας σε περιπτώσεις απόρριψης του ενδίκου μέσου λόγω τυπικών πλημμελειών.