Tax incentives in strategic investments – Law 4864/2021 (in Greek)

Φορολογικά κίνητρα και Στρατηγικές Επενδύσεις

Προκλήσεις και ευκαιρίες σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο (N 4864/2021)

Ο Ν 4864/2021, όπως ισχύει, αναμόρφωσε και οριοθέτησε εκ νέου το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις στρατηγικές επενδύσεις, αποκρυσταλλώνοντας, μεταξύ άλλων, τα φορολογικά κίνητρα που προσφέρονται στους υποψήφιους επενδυτές, με στόχο την προσέλκυσή τους για την υλοποίηση μεγαλόπνοων έργων με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Τα φορολογικά κίνητρα, όπως αποτυπώνονται στο άρθρο 8 του εν λόγω νόμου είναι ο σταθεροποιημένος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος, που μπορεί να επιλεγεί συνδυαστικά είτε με τη φορολογική απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ή, αντί της απαλλαγής, με τον προνομιακό χειρισμό των φορολογικών αποσβέσεων μέσω επιτάχυνσης τους, καθώς και μέσω υπερέκπτωσης σε ορισμένες περιπτώσεις.

Α. 1. Σταθεροποίηση φορολογικού συντελεστή

Το κίνητρο του σταθερού συντελεστή φορολογίας εισοδήματος συνίσταται στην παγιοποίηση του φορολογικού συντελεστή που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της κατ’ άρθρο 15 του Ν 4864/2021 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων (Δ.Ε.Σ.Ε.), με την οποία χαρακτηρίζεται μια επενδυτική πρόταση ως στρατηγική και υπάγεται στο οικείο καθεστώς. Ο παγιωμένος αυτός φορολογικός συντελεστής «μεταφέρεται» προς χρήση στο έτος της ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, η οποία σηματοδοτείται με την έκδοση της σχετικής απόφασης από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων1, διατηρείται δε σταθερός για διάστημα δώδεκα φορολογικών ετών, που εκκινούν από το έτος αυτό και όχι από το έτος χαρακτηρισμού και υπαγωγής. Για το μεσολαβούν χρονικό διάστημα έως την ολοκλήρωση, που μπορεί να ανέρχεται σε έως δεκαπέντε έτη2, ο επενδυτικός φορέας φορολογείται ως προς το εισόδημά του με βάση τον εκάστοτε ισχύοντα φορολογικό συντελεστή.

Το συγκεκριμένο κίνητρο συνιστά ενίσχυση, υπό την έννοια ότι λειτουργεί ως μία μορφή προσωρινής απαλλαγής του επενδυτικού φορέα από την καταβολή του φόρου εισοδήματος, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του σταθερού συντελεστή και του γενικώς ισχύοντος συντελεστή φορολογίας εισοδήματος, εφόσον, βέβαια, ο σταθερός συντελεστής είναι μικρότερος. Το ποσό του απαλλασσόμενου φόρου συνιστά ισόποσο ειδικό αποθεματικό. Εάν ο σταθερός φορολογικός συντελεστής είναι ίσος ή μεγαλύτερος του ισχύοντος, εφαρμόζεται ο ισχύων. Με την εκδοχή αυτή, ο επενδυτικός φορέας, κατά τη συγκεκριμένη χρήση, δεν ωφελείται από τη χρήση του κινήτρου, δεν λαμβάνει κάποια ενίσχυση, επομένως δεν τίθεται ζήτημα σχηματισμού ειδικού αποθεματικού3.

Το ύψος του σχηματιζόμενου ειδικού αποθεματικού ελέγχεται με βάση τη νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις και, βάσει της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης, υπόκειται σε απόσβεση. Εξάλλου, σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησής του εν μέρει ή εν συνόλω, το διανεμόμενο ή κεφαλαιοποιούμενο ποσό του αποθεματικού προστίθεται στα κέρδη της επιχείρησης και φορολογείται ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα κατά το φορολογικό έτος, εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η αντίστοιχη πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν 4172/20134. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται, κατ’ ακριβολογία, η υπό διαλυτική αίρεση απαλλαγή της καταβολής του φόρου, που αναλογεί στη διαφορά μεταξύ ισχύοντος και παγιωμένου συντελεστή.

Το κίνητρο της σταθεροποίησης του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ελκυστικού επενδυτικού περιβάλλοντος, χαρακτηριζόμενου κατά το δυνατόν από προβλεψιμότητα, η οποία είναι ζητούμενο ιδίως σε επενδύσεις κεφαλαιακής έντασης, όπως οι στρατηγικές5. Ο υποψήφιος επενδυτής καλείται, ήδη κατά το αρχικό στάδιο της υποβολής αίτησης προς υπαγωγή της επενδυτικής του πρότασης στο καθεστώς των στρατηγικών επενδύσεων, να παρουσιάσει ένα πλήρες πλάνο χρηματοδότησης και να έχει διαθέσει μεγάλου ύψους αρχικό κεφάλαιο, είτε ίδιο είτε μέσω μόχλευσης, ώστε, μεταξύ άλλων, να έχει εξασφαλίσει την κυριότητα ή έστω τη χρήση, μέσω παραχώρησης, των ακινήτων που πρόκειται να εντάξει στην επένδυση, για τουλάχιστον τριάντα έτη, εφόσον επιθυμεί να λάβει τα φορολογικά ευεργετήματα του Ν 4864/20216. Για τον επενδυτή αυτό, η σταθερότητα του φορολογικού συντελεστή φαίνεται να εξασφαλίζει καταρχήν την επιδιωκόμενη προβλεψιμότητα των ταμειακών ροών του και την ευχερή διαχείριση του φορολογικού του κινδύνου.

Ωστόσο, η σταθεροποίηση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου εν γένει. Αντιθέτως, στην πραγματικότητα, ο επενδυτής είναι εκτεθειμένος σε πλείστες άλλες πιθανές ποιοτικές ή ποσοτικές τροποποιήσεις της φορολογικής νομοθεσίας, που μπορεί να αφορούν, ενδεικτικά, στην εκπεσιμότητα δαπανών, στο ρυθμό των αποσβέσεων ή στις ρυθμίσεις περί ενδοομιλικών συναλλαγών, ενώ, επιπροσθέτως, υπόκειται στην εν πολλοίς υποκειμενική προσέγγιση της φορολογικής ελεγκτικής αρχής σε ποικίλα αμφιλεγόμενα φορολογικά ζητήματα. Συνεπεία των παραμέτρων αυτών, η ουσιαστική ωφέλεια από τον παγιωμένο συντελεστή μπορεί να εξουδετερωθεί και, μάλιστα, κατά τρόπο μη προβλέψιμο.

Τίθεται, επιπλέον, προβληματισμός κατά πόσον μπορεί να είναι πράγματι ελκυστικό το εν λόγω κίνητρο σε επιχειρήσεις, οι οποίες εμφανίζουν μεν λογιστικά κέρδη, αλλά είναι φορολογικά ζημιογόνες. Μια τέτοια περίπτωση μπορεί να ανακύψει, εάν ο επενδυτικός φορέας επωφελείται, επί παραδείγματι, από την υπερέκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά του των δαπανών που πραγματοποιεί για επιστημονική και τεχνολογική έρευνα κατά το άρθρο 22α του Ν 4172/2013. Οι εν λόγω δαπάνες εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Με τον τρόπο αυτό, μια επιχείρηση, που εστιάζει στην έρευνα και την ανάπτυξη, θα παρουσιάζει ενδεχομένως φορολογική ζημία για αρκετά έτη, με δικαίωμα μάλιστα μεταφοράς της σε επόμενες χρήσεις. Συνακόλουθα, η σταθεροποίηση του φορολογικού συντελεστή μπορεί καταρχάς να μην την αφορά, εκτός εάν προτίθεται να προβεί σε διανομή ή κεφαλαιοποίηση των λογιστικών κερδών της7, οπότε θα μπορεί πράγματι να εφαρμόζει τον παγιωμένο φορολογικό συντελεστή κατά τις περιπτώσεις αυτές, για όσο χρόνο δικαιούται.

Πέραν και επιπλέον του σταθερού φορολογικού συντελεστή, ο υποψήφιος επενδυτής δύναται να επιλέξει διαζευκτικά είτε τη φορολογική απαλλαγή είτε την ειδική μεταχείριση των φορολογικών αποσβέσεων.

Α.2. Φορολογική απαλλαγή

Το ευεργέτημα της φορολογικής απαλλαγής συνίσταται στην απαλλαγή του επενδυτικού φορέα από την καταβολή του φόρου εισοδήματος που αναλογεί στα προ φόρου κέρδη, που προκύπτουν από το σύνολο των δραστηριοτήτων του. Για τον ορθό υπολογισμό του απαλλασσόμενου ποσού, θα πρέπει να αφαιρεθεί από τον συνολικό αναλογούντα φόρο εισοδήματος ο επιμέρους φόρος, που αναλογεί στα κέρδη που ο επενδυτής διανέμει ή που αναλαμβάνονται από τους φορείς της επιχείρησης κατά το δεδομένο φορολογικό έτος, και ο οποίος καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση.

Το υπολειπόμενο ποσό του φόρου εισοδήματος, που δεν καταβάλλεται λόγω της φορολογικής απαλλαγής, συνιστά ισόποσο ειδικό αποθεματικό και αποτελεί, ουσιαστικά, μέρος της ενίσχυσης που λαμβάνει ο φορέας, ελεγχόμενο με βάση τη νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις. Σημειώνεται ότι, για κάθε φορολογικό έτος, ο φόρος που δεν καταβάλλεται υπολογίζεται με βάση το γενικώς ισχύοντα συντελεστή φορολογίας εισοδήματος, και όχι με βάση τον τυχόν παγιωμένο φορολογικό συντελεστή, ο οποίος μπορεί, κατά τα προαναφερθέντα, να έχει χορηγηθεί ως κίνητρο στον επενδυτικό φορέα συντρεχόντως με το κίνητρο της φορολογικής απαλλαγής8.

Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην ανωτέρω περίπτωση του σταθερού συντελεστή φορολογίας εισοδήματος, πρόκειται για υπό διαλυτική αίρεση9 απαλλαγή της φορολόγησης του εισοδήματος από τη δραστηριότητα του επενδυτικού φορέα, με στόχο να μειωθεί το φορολογικό κόστος της επένδυσης και να εμφανίζεται βελτιωμένο το φορολογικό του αποτέλεσμα. Πριν την τυχόν πλήρωση της αίρεσης, ο επενδυτικός φορέας μπορεί να χρησιμοποιεί τα κέρδη που αποκομίζει από τη δραστηριότητά του για τη συσσώρευση αποθεματικών, χωρίς να χρειάζεται να καταβάλει τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος.

Πράγματι, ο φορέας μπορεί να αξιοποιήσει το σύνολο της δικαιούμενης φορολογικής απαλλαγής μέσα σε δεκαπέντε φορολογ κά έτη και όχι σε διάστημα μικρότερο των τριών φορολογικών ετών από το έτος θεμελίωσης του δικαιώματος χρήσης του κινήτρου, ήτοι από το χρόνο ανάρτησης στη Διαύγεια της απόφασης της ενδιάμεσης υλοποίησης του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου ή από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης10.

Α.3. Επιτάχυνση φορολογικών αποσβέσεων / υπερέκπτωση παγίων μεταποιητικών επιχειρήσεων

Με το διαζευκτικά παρεχόμενο κίνητρο της επιτάχυνσης φορολογικών αποσβέσεων παγίων αναγνωρίζονται φορολογικά οι αποσβέσεις των παγίων που έχουν ενταχθεί στο εκάστοτε εγκεκριμένο σχέδιο επένδυσης σε μειωμένο κατά το ήμισυ χρόνο από το γενικώς προβλεπόμενο βάσει του Ν 4172/2013, καθώς διπλασιάζονται οι συντελεστές αποσβέσεων του άρθρου 24 του Ν 4172/2013. Στις περιπτώσεις, ωστόσο, που ο αρχικός συντελεστής απόσβεσης είναι ανώτερος του 20%, ο τελικός προσαυξημένος συντελεστής δεν μπορεί να υπερβαίνει το 40%.

Αντίστοιχα, ο φορέας της στρατηγικής επένδυσης θα εκπίπτει κάθε χρόνο από τα ακαθάριστα έσοδά του αυξημένα ποσά αποσβέσεων, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα φορολογητέα κέρδη του και συνακόλουθα ο φόρος εισοδήματος ή να αυξάνονται οι φορολογικές ζημίες του.

Ειδικά για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις, προβλέπεται, επιπλέον της επιτάχυνσης, η υπερέκπτωση των φορολογικών αποσβέσεων. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις αυτές θα μπορούν να εκπίπτουν τα ποσά των αποσβέσεων που αντιστοιχούν σε μηχανήματα και μηχανολογικό εξοπλισμό, προσαυξημένα κατά ποσοστό 30% από τα ακαθάριστα έσοδά τους, κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής τους. Αναφέρεται, ενδεικτικά, η περίπτωση μηχανήματος, με αρχικό συντελεστή φορολογικής απόσβεσης 10% και χρόνο απόσβεσης τα δέκα έτη. Κατ’ εφαρμογή του συγκεκριμένου κινήτρου, ο συντελεστής θα προσαυξηθεί, ώστε να ανέρχεται σε 20% και θα μειωθεί ο χρόνος απόσβεσης στα 5 έτη. Περαιτέρω, η μεταποιητική επιχείρηση που κατέχει το εν λόγω μηχάνημα και διενεργεί αποσβέσεις, θα εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά της ποσό ίσο με το 130% της κατ ́ έτος πραγματοποιηθείσας φορολογικής απόσβεσης. Με τον τρόπο αυτό, ο φορέας της στρατηγικής επένδυσης θα εμφανίζει περαιτέρω μειωμένα φορολογητέα κέρδη ή αυξημένες φορολογικές ζημίες. Θα πρέπει βέβαια, κατά το σχεδιασμό του για την επιλογή του εν λόγω ευεργετήματος, να λάβει υπόψη ότι οι φορολογικές ζημίες μεταφέ ρονται επί πέντε έτη, ενώ μετά χάνεται το δικαίωμα προς αξιοποίησή τους.

Το ποσό κατά το οποίο μειώνεται ο προς καταβολή φόρος εισοδήματος λόγω της διενέργειας των πρόσθετων αποσβέσεων σε σχέση με τις τακτικές φορολογικές αποσβέσεις του Ν 4172/2013 συνιστά, και στην περίπτωση αυτή, ισόποσο ειδικό αποθεματικό, το οποίο τυγχάνει της φορολογικής αντιμετώπισης που προαναφέρθηκε στο πλαίσιο των άλλων φορολογικών κινήτρων11.

Όσον αφορά στο χρόνο έναρξης της ωφέλειας του κινήτρου, αυτός εξαρτάται από το χρόνο της παραγωγικής αξιοποίησης εκάστου παγίου, άρα μπορεί να διαφέρει σημαντικά κατά περίπτωση.

Β. Ανάκληση των φορολογικών κινήτρων

Ο επενδυτής, που επωφελείται των φορολογικών προνομίων του Ν 4864/2021, υπέχει ταυτόχρονα μακροχρόνια υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις διατάξεις στις οποίες έχει υπαχθεί η στρατηγική επένδυση, διάρκειας πέντε ετών12 από την ολοκλήρωση και έναρξη παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, υπόκειται δε σε σχετικό διοικητικό και επιτόπιο έλεγχο από τη Γενική Διεύθυνση Στρατηγικών Επενδύσεων13. Εάν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν τηρούνται οι όροι της νομοθεσίας, ότι συντρέχουν άλλοι λόγοι κυρώσεων του άρθρου 19 του Ν 4864/2021 ή ότι τα παρεχόμενα ευεργετήματα δεν είναι

συμβατές κρατικές ενισχύσεις, θα απαιτηθεί η ανάκλησή τους με σχετική απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε.. Σημειώνεται ότι η συνολική περίοδος, κατά την οποία ο επενδυτικός φορέας είναι έκθετος στον έλεγχο, ανέρχεται σε έως 20 έτη από την ημερομηνία χαρακτηρισμού της επένδυσης ως στρατηγικής, λαμβανομένου υπόψη του μέγιστου χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυσης (15 έτη) και της προαναφερόμενης μέγιστης διάρκειας τήρησης μακροχρόνιων υποχρεώσεων (5 έτη).

Η ανάκληση των φορολογικών προνομίων συνεπάγεται την κατά περίπτωση αναβίωση των φορολογικών απαιτήσεων που θα είχε το Δημόσιο έναντι του φορέα της επένδυσης, αναδρομικά από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της Δ.Ε.Σ.Ε. περί χαρακτηρισμού της επένδυσης και στο βαθμό που τα προνόμια αυτά είχαν ενεργοποιηθεί. Πρόκειται για την ανάκτηση ποσού ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του φόρου που θα οφειλόταν ελλείψει της κρατικής ενίσχυσης και του μικρότερου ποσού που πράγματι καταβλήθηκε κατ’ εφαρμογή αυτού του μέτρου. Υπό την έννοια αυτή, δεν συνιστά νέο, αναδρομικώς επιβαλλόμενο φόρο14, αλλά πρόκειται για καταλογισμό του τμήματος του αρχικού (οφειλόμενου, εάν δεν είχε θεσπιστεί το μέτρο ενίσχυσης) φόρου, το οποίο δεν καταβλήθηκε κατ’ εφαρμογήν της απαλλαγής.

Ως προς την εξουσία του Δημοσίου να αξιώσει ειδικά την ανάκτηση των φορολογικών κρατικών ενισχύσεων, που κρίνονται ως ασύμβατες, σημειώνονται τα εξής: η άνευ ετέρου εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί της κατά κανόνα πενταετούς παραγραφής, αρχομένης από τη λήξη του έτους εντός του οποίου θα πρέπει να υπο- βληθεί σχετική φορολογική δήλωση, θα μπορούσε να καταστήσει ουσιαστικά αδύ- νατη την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων. Έχει κριθεί από την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας15 , στο πλαίσιο της κήρυξης της κρατικής ενίσχυσης που είχε χορηγηθεί με το Ν 3220/2004 ως ασύμβατης με την ενωσιακή νομοθεσία, ότι, υπό προϋποθέσεις, νοείται παρέκκλιση από την εθνική νομοθεσία, εάν λάβουμε υπόψη, πρώτον, τις ενωσιακές διατάξεις που αποσκοπούν στην εξάλειψη της στρέβλωσης του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που αποκτήθηκε μέσω μιας τέτοιας ασύμβατης ενίσχυσης και, δεύτερον, τις αρχές της υπεροχής, της ομοιόμορφης εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των ενωσιακών διατάξεων16.

Γ. Επιλογικά

Συγκεφαλαιωτικά, ο υπό εξέταση νόμος έκανε ορισμένα βήματα προς την εξασφάλιση ευνοϊκών συνθηκών για τους εν δυνάμει φορείς στρατηγικών επενδύσεων. Ωστόσο, αφενός περιορίστηκε σημαντικά στην παροχή φορολογικών κινήτρων τα οποία άπτονται μόνο του εισοδήματος του επενδυτικού φορέα, χωρίς να προβλέπει ειδικά κίνητρα, ενδεικτικά, για τη φορολόγηση ακινήτων, τα οποία φορολογούνται πολλαπλώς και συνιστούν εξάλλου σημαντικό συστατικό στοιχείο της συντριπτικής πλειονότητας των στρατηγικών επενδύσεων. Αφετέρου, τα παρεχόμενα κίνητρα εγείρουν ορισμένους προβληματισμούς ως προς την εφαρμογή τους. Αναμένεται να ξεκινήσει η παραγωγική λειτουργία στρατηγικών επενδύσεων, ώστε να δοθεί ώθηση για παροχή επιπλέον ή διαφορετικών κινήτρων, με βάση την πρακτική εμπειρία που θα αποκτηθεί.


1. Βλ. άρθρα 4 και 6 της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων ( Β ́ 3188).

2. Βλ. άρθρο 19 παρ. 4, Ν 4864/2021. 3. Βλ. άρθρο 4 περ. Α της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́3188).

3. Βλ. άρθρο 4 περ. Α της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́ 3188).

4.   Βλ. άρθρο 6 παρ. 2 περ. β ́ της υπ’ αριθμ. 61746/16.06.2022 υπ. απόφα- σης (Β ́ 3188).

5.   Η σταθεροποίηση του φορολογικού συντελεστή, ως κίνητρο για την προ- σέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος, ανατρέχει ήδη από την εποχή του αυξημένης τυπικής ισχύος νομοθετικού διατάγματος 2687/1953 περί προ- στασίας των κεφαλαίων εξωτερικού, το οποίο απολαμβάνει συνταγματικής αναγνώρισης (άρθρο 107 Συντ.). Το εν λόγω διάταγμα περιελάμβανε πρό- βλεψη για παγιοποίηση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος με περι- ορισμένη διάρκεια έως δέκα έτη. Έχει επισημανθεί, ωστόσο, από την Ευ- ρωπαϊκή Επιτροπή ότι, στο βαθμό που από τη χρήση των φορολογικών κινήτρων του ΝΔ 2687/1953 γεννάται ζήτημα κρατικής ενίσχυσης, και δη σε περίπτωση που η Ελλάδα χρησιμοποιεί το εν λόγω διάταγμα για τη χο- ρήγηση ειδικών πλεονεκτημάτων σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, θα πρέ- πει πρώτα να τα κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς αξιολόγηση βά- σει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Παρατήρησε δε ότι, παρ’ ότι το διάταγμα αυτό προϋπήρχε της προσχώρησης της Ελλάδας στην Ευρω- παϊκή Ένωση, αυτό δεν σημαίνει ότι κατισχύει της Συνθήκης για τη Λειτουρ- γία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ως εκ τούτου, των διατάξεων της συνθή- κης περί κρατικών ενισχύσεων [Απόφαση (ΕΕ) 2015/1827 σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.28876 (12/C) (ex CP 202/09) την οποία χορήγησε η Ελλάδα στις εταιρείες Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά Α.Ε. και Cosco Pacific Limited, σκ. 218].

6. Βλ. άρθρο 12 παρ. 3(β), Ν 4864/2021.

7. Άρθρο 47 παρ. 1 Ν 4172/2013 και ΠΟΛ 1014/ 2018 σχετικά με τη διανομή κερδών παρά την ύπαρξη φορολογικών ζημιών.

8. Βλ. άρθρο 6 περ. Δ (2) της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́ 3188). Στόχος είναι, σε κάθε περίπτωση, να αποτυπώνεται το ποσό του φόρου, τον οποίο θα όφειλε ο επενδυτι- κός φορέας με βάση τις γενικές διατάξεις και από την καταβολή του οποίου απηλλάγη προσωρινά.

9. Η οποία πληρούται σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης του αποθεματικού.

10. Βλ. άρθρο 6 περ. Β της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης (Β’ 3188) και άρθρο 4 παρ. 5 της υπ’ αριθμ. 62120/16.06.2022 από- φασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανά- πτυξης και Επενδύσεων (Β ́ 3142), ειδικά για τις Εμβληματικές Επενδύσεις Εξαιρετικής Ση- μασίας.

11. Βλ. άρθρο 6 περ. Γ και παρ. 2 περ. β ́ της υπ’ αριθμ. 61746/16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́ 3188).

12. Ή τριών ετών σε περίπτωση επενδυτικών σχε- δίων μεσαίων, μικρών και πολύ μικρών επι- χειρήσεων (ΜΜΕ) [βλ. άρθρο 7 παρ,. 1 της υπ’ αριθμ. 61746/16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́ 3188)].

13. Βλ. άρθρα 3 και 7 της υπ’ αριθμ. 61746/ 16.06.2022 υπ. απόφασης (Β ́ 3188).

14. ΣτΕ 2218/2018 και εκεί παραπομπές σε ΔΕΕ 21.12.2016, C-164/15 P & C-165/15 P, Επιτρο- πή κατά Aer Lingus και κατά Ryanair, σκέψη 114 και ΔΕΚ 10.6.1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 17.

15. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2656/2018 και 281/2022

16. Με την απόφαση ΣτΕ 2656/2018 κρίθηκε ότι δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή η εξουσία του Δημοσίου να εκδώσει καταλογιστικές πρά- ξεις φόρου το έτος 2015 αναφορικά με τα οι- κονομικά έτη 2004 και 2005 για το ειδικό θέμα του σχηματισμού αποθεματικών βάσει του Ν 3220/2004. Επρόκειτο για περίπτωση ανάκτη- σης παράνομης και μη συμβατής φορολογικής ενίσχυσης, η οποία είχε κριθεί ως τέτοια με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-354/2010, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε ο Ν 4099/2012, που επέτασσε την εν λόγω ανά- κτηση. Το ΣτΕ επεσήμανε ότι δεν μπορεί πράγ- ματι να είναι απρόθεσμη η εξουσία ανάκτησης, αλλά είναι εύλογη η παρέκκλιση από τις εθνι- κές διατάξεις περί παραγραφής και ο καταλο- γισμός του φόρου εντός πέντε ετών από τη δη- μοσίευση του Ν 4099/2012.