Η απόδειξη μέσω της προσκόμισης Email, SMS και μηνύματος μέσω εφαρμογής
(Εξ αφορμής της απόφασης του ΜονΕφΠειρ 659/2023)
Ι. Εισαγωγικά
Η εποχή της ψηφιακής ανάπτυξης έχει δημιουργήσει νέες προκλήσεις στο πλαίσιο της εκτεταμένης χρήσης ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, όπως του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Email), των σύντομων μηνυμάτων κινητού τηλεφώνου (SMS) και των μηνυμάτων μέσω εφαρμογών (π.χ. Viber). Ο νέος τρόπος αυτός επικοινωνίας έχει προκαλέσει δυσχέρειες και στο επίπεδο της απόδειξης στην πολιτική δίκη, με αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την αποδεικτική αξία αυτών των αποδεικτικών μέσων. Με την πρωτοποριακή ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 444 ΚΠολΔ, προσδιορίζεται η έννοια των μηχανικών απεικονίσεων, η αποδεικτική ισχύς των οποίων εξομοιούται με τα ιδιωτικά έγγραφα. Η πρόσφατη υπ’ αρ. 659/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία σχολιάζεται παρακάτω, παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς ασχολείται με το ζήτημα των συνεπειών τυχόν εγειρόμενης ένστασης πλαστότητας ή άρνησης γνησιότητας των ως άνω αποδεικτικών μέσων.
ΙΙ. Περίληψη απόφασης ΜονΕφΠειρ 659/2023
Η ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς το 2018, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές[1] και αποζημίωση απόλυσης, δυνάμει συναφθείσας άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και επικουρικά, σε περίπτωση που αυτή κριθεί άκυρη, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η πρωτόδικη εκδοθείσα απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και το ακριβές ύψος του μισθού της. Οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις επί της ως άνω απόφασης με τις οποίες παραπονέθηκαν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αναφορικά με την ύπαρξη σχέσης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων.
Το Εφετείο έκρινε με την υπ’ αριθμόν 659/2023 απόφαση ότι η σύμβαση που συνήφθη και λειτούργησε μεταξύ τους είχε χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και -αντικαθιστώντας κάποιες αιτιολογίες- θεώρησε ότι δεν υπήρξε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της εργαζόμενης. Αναφορικά με το ζήτημα της εκτίμησης των αποδείξεων, η ενάγουσα είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ηλεκτρονικά μηνύματα (SMS), που ανταλλάσσονταν μεταξύ των διαδίκων και, ιδίως μηνύματα μέσω Viber με φερόμενο ως αποστολέα ή και παραλήπτη τον εναγόμενο (από και προς το κινητό του τηλέφωνο). Ο εναγόμενος τα αμφισβήτησε, υποστηρίζοντας ότι δεν προκύπτει ο αποστολέας και ο παραλήπτης. Το Δικαστήριο κατέληξε στη σκέψη ότι, εφόσον τα παραπάνω έγγραφα δεν προσβάλλονται παραδεκτά ως πλαστά, αλλά ούτε και προσδιορίζονται ρητά και ανενδοίαστα εκείνα εκ των οποίων θεωρεί ο εναγόμενος ότι δεν είναι γνήσια, τα παραπάνω έγγραφα θεωρούνται γνήσια.
ΙΙΙ. Ισχύον νομικό πλαίσιο
Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, SMS, Viber Messages
Με τις ηλεκτρονικές συναλλαγές να αυξάνονται συνεχώς, γίνεται αντιληπτό ότι, όπως σε κάθε νέο τρόπο συναλλαγών, γεννιούνται και νέα νομικά προβλήματα[2]. Η δυσχέρεια στην αντιμετώπιση των ηλεκτρονικών εγγράφων είναι φανερή τόσο σε επίπεδο ουσιαστικού όσο και σε επίπεδο δικονομικού δικαίου, αλλά ακόμη και σήμερα η αποδεικτική ισχύς και η έννοια του ηλεκτρονικού εγγράφου αποτελούν άκρως αμφισβητούμενα ζητήματα στην ελληνική θεωρία και νομολογία[3].
Σύμφωνα με την τρέχουσα άποψη στη νομολογία, στην κατηγορία των ηλεκτρονικών εγγράφων συμπεριλαμβάνονται τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (E-mails), τα οποία θεωρούνται παρόμοια με ιδιωτικά έγγραφα. Θεωρείται δε ότι η αναγραφόμενη ηλεκτρονική διεύθυνση αποτελεί μορφή αξιόπιστης ηλεκτρονικής υπογραφής[4]. Σύμφωνα με την κοινή πείρα για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εκτός από τη σύνδεση με έναν διαμετακομιστή που παρέχει την υπηρεσία μέσω ειδικού λογισμικού, το οποίο ο χρήστης έχει εγκαταστήσει μόνιμα στον υπολογιστή του, απαιτείται η χρήση ενός ειδικού κωδικού για την αναγνώριση του χρήστη στο σύστημα, είτε ως αποστολέα είτε ως παραλήπτη ηλεκτρονικών μηνυμάτων[5]. Ο πρωτότυπος αυτός κωδικός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση του χρήστη, η απεικόνιση της οποίας πάνω στο μήνυμα του αποστολέα, τον καθιστά απόλυτα συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυσή του με άλλον χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτισή του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι αναπόσπαστη[6].
Αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, κατά το άρθρο 445ΚΠολΔ, το επικυρωμένο κατά τον νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στον σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη – αποστολέα του[7]. Όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις ασφάλειας, ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορεί να επιφέρει τα αποτελέσματα του άρθρου 445 ΚΠολΔ.
Γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι τα κινητά τηλέφωνα ακολουθούν από την εμφάνισή τους την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να λογίζονται ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων κάθε τύπου[8]. Ως εκ τούτου, το γραπτό μήνυμα, γνωστό σε όλους ως SMS (Short Message Service) είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Στη νομολογία γίνεται δεκτό ότι το σύντομο γραπτό μήνυμα εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού ηλεκτρονικού εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 444 § 1 περ. γ’ και § 2 ΚΠολΔ, καθώς αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία εγγράφονται στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, τυγχάνουν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώνονται, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνωρίσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος, λαμβάνονται δε υπόψη κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρο 444 του ΚΠολΔ[9].
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα μηνύματα μέσω εφαρμογών όπως το Viber αποτελούν έναν τύπο ψηφιακής επικοινωνίας που συνδυάζει στοιχεία τόσο από τα SMS όσο και από τα e-mails, καθώς προϋποθέτει ταυτοποίηση των προσώπων που επικοινωνούν μέσω ενός τηλεφωνικού αριθμού, αλλά η αποστολή και λήψη του κειμένου γίνεται με χρήση εφαρμογής ηλεκτρονικού προγράμματος και για το λόγο αυτό αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο από τη νομολογία[10]. Στο επίπεδο της απόδειξης, ομοίως προς τα ηλεκτρονικά μηνύματα, η εκτύπωση του αποθηκευμένου στη συσκευή κινητού τηλεφώνου, όπου εμφανίζονται τα σύντομα γραπτά μηνύματα, έχει αποδεικτική δύναμη ίδια με το πρωτότυπο ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 449 § 2 ΚΠολΔ[11].
Υποστηρίζεται από μέρος της νομολογίας[12] ότι το SMS υπάγεται στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως απορρέει από το πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 19 του Συντάγματος, δυνάμει του οποίου «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο», για την αποκάλυψη τόσο του περιεχομένου του όσο και των εξωτερικών στοιχείων επικοινωνίας που σχετίζονται με αυτό. Με αυτό δε το σκεπτικό απορρίπτει συλλήβδην, άκριτα και χωρίς δεύτερη σκέψη την επίκληση SMS από τους διαδίκους, σπεύδοντας να τα θεωρήσει απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα (εκτός εάν προκύπτει υπέρτερο συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί κατόπιν σχετικής στάθμισης).
Ωστόσο, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη και τη νομολογία του Αρείου Πάγου, το απόρρητο προστατεύει τη συνομιλία κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και όχι μετά την ολοκλήρωσή της, δεδομένου ότι από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος, αντιστοίχως)[13].
Περαιτέρω, η ως άνω νομολογία φαίνεται να μην λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι, προκειμένου ο νομικός συλλογισμός να καταλήξει στο συμπέρασμα αν το επικαλούμενο από διάδικο SMS αποτελεί πράγματι νόμιμο ή παράνομο αποδεικτικό μέσο απαιτείται να ληφθούν υπόψη και άλλα κριτήρια, όπως ο τρόπος κτήσης του SMS και η συναίνεση του άλλου μέρους επικοινωνίας, και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτό αποτελεί στοιχείο που προστατεύεται από το απόρρητο της επικοινωνίας[14].
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η νομολογία συγκλίνει στο ότι όταν διάδικος προσκομίζει SMS στην ανταλλαγή του οποίου δεν έχει συμμετάσχει ούτε ως παραλήπτης ούτε ως αποστολέας, αλλά η συγκεκριμένη επικοινωνία αφορά αποκλειστικά τρίτα πρόσωπα, τότε πρόκειται σαφώς για παράνομο αποδεικτικό μέσο[15]. Περαιτέρω, στα ηλεκτρονικά μηνύματα, έχει υποστηριχθεί ότι υποκρύπτεται ο κίνδυνος της αποστολής του μηνύματος από άλλο πρόσωπο από αυτό στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, χωρίς την έγκρισή του. Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος που εστάλη παραπέμπει ευθέως στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (460 επ.), δεδομένου ότι η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητά της, ενώ η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος, αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό[16].
Εν όψει των ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι η νομική αναγνώριση των ηλεκτρονικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των SMS και των μηνυμάτων μέσω εφαρμογών, αν και καθίσταται αναγκαία λόγω της αυξανόμενης χρήσης τους, δεν είναι αυτονόητη, καθώς, όπως προεκτάθηκε, δεν είναι λίγες οι δικαστικές αποφάσεις στις οποίες η αποδεικτική χρήση των σύγχρονων αυτών αποδεικτικών μέσων απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτό μάλιστα, παρά το γεγονός ότι η αξιοπιστία τους μπορεί να επαληθευτεί λόγω της αναπόσπαστης σύνδεσής τους με τον αποστολέα και τον παραλήπτη, με τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, της απόκρουσής τους ως πλαστών, καθώς και τη γνώση των μερών ότι τα μηνύματα που αποστέλλονται πρόκειται να αποθηκευτούν σε σταθερό μηχανικό φορέα. Συνεπώς, φρονούμε ότι η σχολιαζόμενη απόφαση που έκανε δεκτή την αποδεικτική χρήση τέτοιων εγγράφων βρίσκεται προς τη σωστή κατεύθυνση.
[1] δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας, επίδομα αδείας
[2] Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 5η έκδ., 2023, § 19, σ. 1048..
[3] Ομοίως, σ. 1050.
[4]Ομοίως, σ. 1059.
[5] Ι. Κατράς, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 4η έκδ., 2023, σ. 634.
[6] Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο πολιτικής δικονομίας, 4η έκδ., 2022, § 85, σ. 665, αρ. 44.
[7] Απαλαγάκη Χ., Σταματόπουλος Στ., Ο ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – 1ος Τόμος, 2022, άρθρ. 444, §9.
[8] ΜΠρ ΘΕΣΣΑΛ 3100/2022, ΝΟΜΟΣ
[9] Απόδειξη παράνομης προσβολής της προσωπικότητας – Sms και ηλεκτρονικά έγγραφα ως μέσα απόδειξης [Σχόλιο στην ΠολΠρΘεσ 13661/2019], Α. Πλεύρη, Μελέτες Αστικού Δικονομικού Δικαίου Διαιτησίας & Διαμεσολάβησης (2008-2022), τόμ. 1, 2022, σ. 1358
[10] ΜΠρ ΘΕΣΣΑΛ 2263/2020 – σχόλιο Γ. Βαλμαντώνης, Ελλ Δικ, 4 (2021), Σάκκουλας
[11] Απόδειξη παράνομης προσβολής της προσωπικότητας – Sms και ηλεκτρονικά έγγραφα ως μέσα απόδειξης [Σχόλιο στην ΠολΠρΘεσ 13661/2019], Α. Πλεύρη, Μελέτες Αστικού Δικονομικού Δικαίου Διαιτησίας & Διαμεσολάβησης (2008-2022), τόμ. 1, 2022, σ. 1359
[12] ΜΠρ ΘΕΣΣΑΛ 3100/2022, ΜΕφ ΘΕΣΣΑΛ 178/2022, ΜΠρ 8037/2016 ΝΟΜΟΣ
[13] ΟλΑΠ 1/2017, ΝΟΜΟΣ
[14] Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι η αποστολή του SMS περιλαμβάνει εγγενώς την έννοια της συναίνεσης, δεδομένου ότι ο αποστολέας γνωρίζει και αποδέχεται την κατά τρόπο σταθερό αποτύπωση του μηνύματός του στο κινητό του παραλήπτη.
[15] ΜΠρ ΛΑΜ 208/2023, ΜΕφ ΑΘ 2393/2022, ΜΕφ ΠΕΙΡ 562/2020, ΝΟΜΟΣ
[16] Ι. Κατράς, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 4η έκδ., 2023, σ. 635.
