Towards the Digital Single Market: the new sale and purchase provisions (in Greek)

Στον δρόμο για την Ενιαία Ψηφιακή Αγορά: μια πρώτη θεώρηση του νέου δικαίου της πωλήσεως

O N. 4967/2022 και η τροποποίηση του Αστικού Κώδικα

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2022 τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4967/2022 (ΦΚ Α’ 171, 09.09.2022), ο οποίος ενσωματώνει στην εθνική έννομη τάξη το ζεύγος Οδηγιών της 20ής Μαΐου 2019: την Οδηγία 2019/770/ΕΕ «σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών» και 2019/771/ΕΕ «σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών».

Προϊόντα κοινής νομοθετικής σύλληψης και παράλληλης δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας, οι Οδηγίες αυτές εντάσσονται στην ενωσιακή στρατηγική της Ενιαίας Ψηφιακής Αγοράς και φιλοδοξούν να εκσυγχρονίσουν το δίκαιο των συμβάσεων, ώστε να ανταποκρίνεται στο νέο ψηφιακό περιβάλλον. Ο παραπληρωματικός τους χαρακτήρας εξηγεί και την ενσωμάτωσή τους στο εθνικό δίκαιο με τον ίδιο νόμο.

Συνοπτικά, με τον Ν. 4967/2022 τροποποιείται σειρά διατάξεων για την πώληση (ΑΚ 513 επ.) και:

  •  εισάγονται κανόνες για την πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία,
  • αναδιαρθρώνεται η ευθύνη του πωλητή «για μη ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση» (ΑΚ 534 επ.),
  • εισάγεται ο νέος συμβατικός τύπος της σύμβασης παροχής ψηφιακού περιεχομένου και
  • αναπροσαρμόζεται σειρά διατάξεων του Ν. 2251 /1994.

Το βάρος των νέων ρυθμίσεων πέφτει εύλογα στη μεταφορά της Οδηγίας για την πώληση, καθώς γι’ αυτήν επελέγη η λύση της επέμβασης στο σώμα του Αστικού Κώδικα. Είκοσι χρόνια μετά τη νομοθετική τομή που είχε σημειωθεί στο δίκαιο της πώλησης με τον Ν. 3043/2002, που με τη σειρά του ενσωμάτωνε την -καταργηθείσα, πια- Οδηγία 1999/44/ΕΚ, ο νομοθέτης επεμβαίνει εκ νέου στο κεφάλαιο της πώλησης.

Ως σκοπός των νέων ρυθμίσεων διακηρύττεται αφενός «η δημιουργία ενός νομικού πλαισίου για την παροχή ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σύγχρονων συναλλαγών και των συναλλασσομένων» αφετέρου «ο εκσυγχρονισμός του δικαίου της πώλησης του Αστικού Κώδικα, με έμφαση στην ψηφιακή διάσταση των οικείων συμβάσεων» (άρθρο 1).

Το νέο δίκαιο της πώλησης κατ’ ουσίαν επιχειρεί να παράσχει την πληρέστερη δυνατή απάντηση στη ρυθμιστική πρόκληση της ενιαίας νομικής μεταχείρισης των διαφόρων ειδών πωλήσεως: κινητών κι ακινήτων, καταναλωτικών και διεπιχειρησιακών, ψηφιακών/άυλων και υλικών.

Σε ποια ρυθμιστική ανάγκη απαντά το νέο δίκαιο της πώλησης;

Η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος οδήγησε τις συναλλαγές σε δραστική ψηφιοποίηση κατά τις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από την υιοθέτηση της Οδηγίας 1999/44 και δημιούργησε την ανάγκη για διευκόλυνση του διασυνοριακού -κυρίως δε διαδικτυακού- εμπορίου. Γεννήθηκε, έτσι, η ανάγκη για διατύπωση τεχνολογικά ουδέτερων technologically neutralκαι ανθεκτικών στον χρόνο futureproofρυθμίσεων, ώστε η εφαρμογή τους να επιβιώσει των δεδομένων τεχνολογικών εξελίξεων που θα φέρει ο χρόνος.

Παρατηρήθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι υπάρχοντες θεσμοί και οι τυποποιήσεις του δικαίου της πώλησης δεν επαρκούσαν ή δεν προσφέρονταν για να περιγράψουν τις έννομες σχέσεις που διαμορφώνονταν στη νέα συναλλακτική πραγματικότητα. Πλέον παράγονται και πωλούνται ολοένα και πιο σύνθετα αγαθά, των οποίων η λειτουργικότητα δεν περιορίζεται στον ενσώματο χαρακτήρα τους, αλλά ενισχύεται από ψηφιακά στοιχεία και υπηρεσίες, καθώς και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα που αλληλεπιδρούν. Οι γνωστές σε όλους «έξυπνες συσκευές» ενσωματώνουν ένα λογισμικό, το οποίο περιλαμβάνει το λειτουργικό τους σύστημα, το οποίο είναι απαραίτητο για τη λειτουργία τους, καθώς και μια σειρά από προεγκατεστημένες εφαρμογές, που καθιστούν δυνατή την επιτέλεση των διαφόρων λειτουργιών τους. Κατά τον χρόνο παράδοσης μιας τέτοιας συσκευής, όλες αυτές οι εφαρμογές θα πρέπει να είναι λειτουργικές. Το στοιχείο όμως που περιπλέκει το ζήτημα ακόμη περισσότερο και καθιστά τις υπάρχουσες διατάξεις για την πώληση ανεπαρκείς, είναι το γεγονός ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες επικαιροποιούνται, αναβαθμίζονται περιοδικά, και πάντως παρέχονται αδιαλείπτως κατά τη διάρκεια «ζωής» του αγαθού και όχι εφάπαξ, μόνο κατά τη στιγμή της πώλησής του.

Οι ιδιαιτερότητες αυτές καλούν σε αναθεώρηση ορισμένες παγιωμένες αντιλήψεις σχετικά με το δίκαιο της πώλησης, αφού λ.χ. η ανάγκη διαρκούς ανατροφοδότησης ψηφιακού περιεχομένου προσδίδει διάρκεια σε μια έννομη σχέση που ως τώρα έχει στιγμιαίο χαρακτήρα, ενώ η τεχνική δυνατότητα του remote control στο πράγμα προσδίδει διαφορετική διάσταση στο παραδοσιακό δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος: πλέον, με το σύγχρονο δικαίωμα απομακρυσμένης πρόσβασης και ελέγχου του πράγματος, μπορεί κανείς να απολαύει τόσης εξουσίας επί του πράγματος, όση εξασφαλίζει η παραδοσιακή κυριότητα.

Σε νομικό επίπεδο, το αίτημα για ενοποίηση του δικαίου της πωλήσεως και επίτευξη ασφάλειας δικαίου εντάθηκε παράλληλα με την ανάγκη διευκόλυνσης του διασυνοριακού εμπορίου. Το πρότυπο της υιοθέτησης Οδηγιών ελάχιστης εναρμόνισης -τέτοια ήταν και η Οδηγία 1999/44- είχε αναπόφευκτα οδηγήσει σε νομικό κατακερματισμό στο πεδίο της πώλησης. Με άλλα λόγια, οι καταναλωτές που συνήπταν διασυνοριακές πωλήσεις δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, γεγονός που προξενούσε αβεβαιότητα και εν τέλει αποτελούσε αντικίνητρο για τη σύναψη τέτοιων συναλλαγών. Τις στρεβλώσεις αυτές θέλησε να θεραπεύσει ο ενωσιακός νομοθέτης θεσπίζοντας το 2019 μια νέα Οδηγία για την πώληση, η οποία έχει τον χαρακτήρα πλήρους εναρμόνισης. Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικοί νομοθέτες δεν μπορούν να αποκλίνουν από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας, ούτε καν προς την κατεύθυνση της παροχής μεγαλύτερης προστασίας. Η Ευρώπη πλέον αξιώνει ομοιόμορφους κανόνες και ασφάλεια δικαίου, που θα καταστήσουν ευχερή την εγκαθίδρυση της Ενιαίας Ψηφιακής Αγοράς, που δεν θα νοθεύουν τον ανταγωνισμό και θα μειώσουν το κόστος των διασυνοριακών συναλλαγών.

Γιατί επελέγη η επέμβαση στο σώμα του Αστικού Κώδικα;

Ο Έλληνας νομοθέτης βρέθηκε αντιμέτωπος με την εξής ρυθμιστική πρόκληση: η Οδηγία είχε ως πεδίο εφαρμογής της την καταναλωτική πώληση κινητών -τις λεγόμενες συναλλαγές B2C, business-to-consumer. Θα μπορούσε, λοιπόν, να μεταφέρει την Οδηγία τροποποιώντας για μια ακόμη φορά τον Ν. 2251/1994, που αποτελεί τον νόμο – «ομπρέλα» για το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή. Η τακτική αυτή, ωστόσο, έχει επικριθεί ως εύκολη και νομοτεχνικά μη άρτια λύση και εν προκειμένω θα οδηγούσε το δίκαιο της πώλησης σε πολυδιάσπαση, αφού θα δημιουργούνταν δύο τουλάχιστον επίπεδα πώλησης κινητών: η πώληση του Ν. 2251/1994 για τις πωλήσεις B2C και η κοινή πώληση του ΑΚ για τις πωλήσεις B2B και C2C.

Για την αποφυγή της δημιουργίας πωλήσεων δύο ταχυτήτων, και με το σκεπτικό ότι έτσι επιτυγχάνονται καλύτερα η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και η προστασία των καταναλωτών, προκρίθηκε η πιο ριζική λύση της τροποποίησης του ΑΚ.

Αυτή η λύση θεωρήθηκε κατά μία έννοια και ως φυσική συνέχεια και ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του δικαίου της πώλησης που είχε ξεκινήσει με την Οδηγία 1999/44 και τον Ν. 3043/2002. Τεχνικά, επιχειρήθηκε η όσο το δυνατόν μικρότερη επέμβαση στην αρίθμηση του ΑΚ με την προσθήκη κάποιων εμβόλιμων άρθρων που συνοδεύονταν από γράμματα (π.χ. 513Α).

Η ειδική πρόβλεψη για την πώληση «πράγματος με ψηφιακά στοιχεία»

Μια πρώτη καινοτομία εντοπίζεται στο νέο άρθρο 513Α ΑΚ, στο οποίο διευκρινίζεται ότι αντικείμενο της σύμβασης πώλησης μπορεί να είναι και «πράγμα με ψηφιακά στοιχεία». Ο όρος είναι τεχνικός και ορίζεται ως «κάθε κινητό πράγμα που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απουσία του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εμποδίζει την εκτέλεση των λειτουργιών του». Είναι κρίσιμη, επομένως, η λειτουργική σύνδεση του ψηφιακού στοιχείου με το πράγμα: με αυτή την έννοια, οι προεγκατεστημένες εφαρμογές ενός τηλεφώνου και το λειτουργικό του σύστημα είναι στοιχεία της πώλησης, όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τις υπόλοιπες εφαρμογές που είναι διαθέσιμες στις ψηφιακές αγορές (λ.χ. app store).

Η προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας θα αποτελεί τμήμα της σύμβασης πώλησης είτε βάσει της συμφωνίας των μερών, είτε λόγω της συμπερίληψης των ψηφιακών στοιχείων στη σύμβαση με βάση τις εύλογες προσδοκίες του αγοραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή στην οικεία συναλλακτική αγορά ή ακόμη και τρίτων που εμφανίζουν οικονομική εγγύτητα προς τον πωλητή. Εν αμφιβολία, τα ψηφιακά στοιχεία θα θεωρείται ότι αποτελούν μέρος της σύμβασης πώλησης σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 3 του άρθρου 513Α ΑΚ και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν αυτά παρέχονται από τον ίδιο τον πωλητή ή από τρίτο πάροχο των ψηφιακών στοιχείων.

Η σημαντικότερη αλλαγή: από την έννοια του πραγματικού ελαττώματος στην «ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση»

Την έννοια του πραγματικού ελαττώματος αντικαθιστά αυτή της μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση (νέο 534 ΑΚ). Ο όρος απαντά και στη Σύμβαση της Βιέννης του 1980 για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών (CISG, άρ. 35) αλλά και στην Οδηγία 1999/44 και είχε μάλιστα μεταφερθεί στο παλιό άρθρο 535 ΑΚ.

Πλέον, κατά πρωτογενή υποχρέωση «ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει πράγμα που ανταποκρίνεται στη σύμβαση».

Στο νέο άρθρο 535 ΑΚ, ωστόσο, για λόγους ιστορικής συνέχειας παραμένει η έννοια του πραγματικού ελαττώματος. Με τον τρόπο αυτόν διαφυλάσσεται η πλούσια νομολογία που έχει διαμορφωθεί και παραμένει χρήσιμη και λειτουργική για το μέλλον. Η δε έννοια της συνομολογημένης ιδιότητας επίσης εκθρονίζεται, όμως για τους ίδιους λόγους διατηρείται στο άρθρο 547 παρ. 2 ΑΚ ως αυτοτελής περίπτωση μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση που ιδρύει αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση.

Σε περίπτωση, λοιπόν, που π.χ. το πωληθέν αυτοκίνητο παρουσιάσει μια φυσική αλλοίωση που επιδρά αρνητικά στην αξία ή τη χρησιμότητά του, δεν μπορούμε πλέον να επικαλεστούμε την παραδοσιακή έννοια του πραγματικού ελαττώματος, αλλά θα πρέπει να προσφύγουμε σε κάποιο από τα δέκα παρατιθέμενα κριτήρια μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση για να θεμελιώσουμε ευθύνη του πωλητή έναντι του αγοραστή.

Το πότε το πράγμα ανταποκρίνεται στη σύμβαση θα κριθεί με βάση τα διαλαμβανόμενα στα νέα άρθρα 535Α και 535Β, τα οποία θέτουν κριτήρια ανταπόκρισης. Το μεν άρθρο 535Α θέτει έναν ενδεικτικό κατάλογο με υποκειμενικά κριτήρια ανταπόκρισης έχοντας ως άξονα τη συμφωνία των μερών και εξειδικεύοντας πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων:

  • «Ο πωλητής εκπληρώνει την υποχρέωση του άρθρου 535, όταν το πράγμα έχει τις ιδιότητες που έχουν συμφωνήσει τα μέρη και ιδίως: 1. αντιστοιχεί στην περιγραφή, το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα και διαθέτει τη λειτουργικότητα και τα λοιπά χαρακτηριστικά που προβλέπονται στη σύμβαση, […] και
  • 5. επικαιροποιείται με τις ενημερώσεις που προβλέπονται στη σύμβαση».

Το άρθρο αυτό συμπληρώνεται από το 535Β, που θέτει πέντε ακόμα περιοριστικώς αναφερόμενα αυτή τη φορά- αντικειμενικά κριτήρια ανταπόκρισης (παρακάτω δύο εξ αυτών), με άξονα εδώ όχι τη συμφωνία αλλά κυρίως τις εύλογες προσδοκίες του αγοραστή για τις ιδιότητες του πράγματος, που βασίζονται σε δημόσιες δηλώσεις του πωλητή ή συνδεδεμένων με αυτόν προσώπων, ιδίως στο πλαίσιο διαφήμισης:

  • «Ο πωλητής εκπληρώνει την υποχρέωση του άρθρου 535 όταν το πράγμα: 1. είναι κατάλληλο για τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιούνται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας,
  • 2. έχει την ποιότητα και ανταποκρίνεται στο δείγμα ή το υπόδειγμα, το οποίο ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή […]».

Στα κριτήρια αυτά δεν χωρεί διεύρυνση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την καταναλωτική πώληση κινητών, ως προς την οποία δεσμεύει ο χαρακτήρας πλήρους εναρμόνισης της Οδηγίας. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι όταν υπάρχει αντίθετη συμβατική πρόβλεψη, δηλαδή τα μέρη συμφωνούν κάτι διαφορετικό από τα απαριθμούμενα στην ΑΚ 535Β, υπερισχύει η συμφωνία τους.

Το ιδιότυπο νομικό ελάττωμα του νέου ΑΚ 537

Το νέο άρθρο 537 ΑΚ θεσπίζει ένα ιδιότυπο νομικό ελάττωμα ως τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση, ορίζοντας ότι «[τ]ο κινητό πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, αν εξαιτίας προσβολής δικαιώματος τρίτου, ιδίως δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, περιορίζεται ολικά ή μερικά η χρήση του σύμφωνα με τα άρθρα 535 έως 535Β». Με τη ρύθμιση αυτήν, εισάγεται ένα ελάττωμα που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ του κλασικού νομικού (άρθρο 514 ΑΚ) και πραγματικού ελαττώματος (παλαιό άρθρο 534, νέο άρθρο 535 ΑΚ), αφού περιγράφεται η περίπτωση κατά την οποία ένα δικαίωμα τρίτου οδηγεί στην παρεμπόδιση της χρήσης του πράγματος.

Η αναφορά της διάταξης «ιδίως» σε δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας παραπέμπει στις περιπτώσεις πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία. Τα ψηφιακά σκέλη των σύγχρονων έξυπνων συσκευών (λογισμικό, εφαρμογές) προστατεύονται από το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας. Οι διαφορετικές πτυχές του ψηφιακού περιβάλλοντος μιας συσκευής προστατεύονται από περισσότερους τύπους δικαιωμάτων:

ως έργα με την έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως εμπορικά σήματα, με διπλώματα ευρεσιτεχνίας αλλά και ως βιομηχανικά σχέδια. Η παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών, λ.χ. με τη χρήση ενός λογισμικού χωρίς άδεια, μπορεί να οδηγήσει στην αδυναμία του αγοραστή να χρησιμοποιήσει το αγαθό που αγόρασε, καθώς θα εμποδίζεται από το να χρησιμοποιήσει το ψηφιακό περιεχόμενο που διασυνδέεται με τη συσκευή του, η οποία πιθανότατα χωρίς αυτό τού είναι άχρηστη. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την περίπτωση ενός σύγχρονου αυτοκινήτου με ενσωματωμένο λειτουργικό σύστημα, το οποίο σταματά να λειτουργεί εξ αιτίας της λήξης της απαιτούμενης άδειας χρήσης του συστήματος.

Τις περιπτώσεις αυτές έρχεται να καλύψει η νέα διάταξη ΑΚ 537. Το ειδικό αυτό ελάττωμα δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στην ΑΚ 514, καθώς η Οδηγία αξίωνε να προσπορίσει στον αγοραστή για τη συγκεκριμένη πλημμέλεια τα δικαιώματα από τη μη ανταπόκριση στη σύμβαση.

Η διαβάθμιση των δικαιωμάτων του αγοραστή

Η ευθύνη του πωλητή παραμένει αντικειμενική και οδηγεί στη θεμελίωση των γνωστών δικαιωμάτων του αγοραστή (διόρθωση ή αντικατάσταση, μείωση τιμήματος, υπαναχώρηση, αποζημίωση), που προβλέπονται στο νέο άρθρο 542 ΑΚ.

Σημειώνεται ότι πλέον η θεμελίωση της ευθύνης του πωλητή έχει μεταφερθεί από το άρθρο 537 στο νέο 539 ΑΚ, ενώ τα δικαιώματα του πωλητή μεταφέρθηκαν από το γνωστό άρθρο 540 ΑΚ στη νέα ΑΚ 542.

Το νέο άρθρο 543 ΑΚ, ωστόσο, εισάγει μια σημαντική διαφοροποίηση από τον παλαιό ΑΚ. Τα δικαιώματα πλέον διαβαθμίζονται ιεραρχικά:

  • Προτεραιότητα δίδεται στην άσκηση του δικαιώματος αυτούσιας μετεκπλήρωσης με την έννοια της αποκατάστασης της μη ανταπόκρισης (επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης).
  •  Έπεται η καταφυγή στα διαπλαστικά δικαιώματα (μείωση τιμήματος ή υπαναχώρηση) μόνο σε δεύτερο στάδιο. Τα δικαιώματα μείωσης του τιμήματος και υπαναχώρησης επιφυλάσσονται για τον αγοραστή μόνο όταν ο πωλητής αρνείται νομίμως να προβεί σε αποκατάσταση της έλλειψης ή η αποκατάσταση επιχειρείται ανεπιτυχώς ή η έλλειψη ανταπόκρισης είναι τόσο σοβαρή, ώστε δεν μπορεί, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να θεραπευτεί.

Από τις νέες ρυθμίσεις είναι σαφές ότι ο νομοθέτης κατ’ αρχήν προκρίνει την εμμονή στη διατήρηση της σύμβασης και την αποκατάσταση της έλλειψης ανταπόκρισης, όταν αυτή ανακύπτει, αντί της μείωσης του τιμήματος και της υπαναχώρησης.

Λοιπές ρυθμίσεις

Σχετικά με το βάρος απόδειξης, το τεκμήριο της παρ. 2 του παλαιού άρθρου 537 ΑΚ, που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης υπέρ του αγοραστή για τα ελαττώματα που διαπιστώθηκαν εντός εξαμήνου από την παράδοση, πλέον αποδίδεται στο νέο άρθρο 541 ΑΚ και ο χρόνος αντιστροφής διπλασιάζεται σε ένα έτος από την παράδοση. Σε αυτό το σημείο ο Έλληνας νομοθέτης αξιοποίησε τη διακριτική ευχέρεια της Οδηγίας, που προέβλεπε διαζευκτικά αντιστροφή του βάρους της απόδειξης για ένα ή δύο έτη και επέλεξε την εγγύτερη στην προϊσχύσασα ρύθμιση. Ειδική ρύθμιση προβλέπεται προκειμένου περί πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία.

Μια ακόμη νέα ρύθμιση εισάγει η νέα ΑΚ 538 σχετικά με τις πωλήσεις πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία, ορίζοντας ότι ο πωλητής υποχρεούται να παρέχει ενημερώσεις (επικαιροποιήσεις, updates) «καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που ο αγοραστής δικαιούται ευλόγως να αναμένει την παροχή ενημερώσεων, δεδομένου του είδους και του σκοπού του πράγματος και των ψηφιακών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και της φύσης της σύμβασης». Το εύλογο του χρόνου, επομένως, θα κρίνεται κατά περίπτωση: τα δύο έτη μπορεί να κρίνονται ως ο εύλογος χρόνος για μια τηλεόραση, ενώ να μην επαρκούν στην πώληση ενός αυτοκινήτου και να υπερβαίνουν αυτόν τον χρόνο όταν το πωλούμενο πράγμα είναι ένα τηλέφωνο.

Σχετικά με την παραγραφή, η γενική ρύθμιση διατηρείται στο νέο άρθρο 554 ΑΚ, ενώ προκειμένου περί πραγμάτων με ψηφιακό περιεχόμενο, η παρ. 2 εδ. β΄ του ίδιου άρθρου ορίζει ότι η παραγραφή των δικαιωμάτων του αγοραστή επέρχεται ένα εξάμηνο μετά την παρέλευση του ευλόγου χρόνου κατά τον οποίο ο πωλητής υποχρεούται να παρέχει ενημερώσεις.

Μία πρώτη αποτίμηση των ρυθμίσεων

Το αναθεωρημένο δίκαιο της πώλησης αντανακλά την προσπάθεια του Έλληνα νομοθέτη να μεταφέρει το ενωσιακό νομοθέτημα στο εθνικό δίκαιο διατηρώντας κατά το μέτρο του δυνατού τον ενιαίο χαρακτήρα του. Η ανταπόκρισή του σε αυτή τη ρυθμιστική πρόκληση και η κοπιώδης προσπάθεια που καταβλήθηκε θα πρέπει να αναγνωριστούν, καθώς μάλιστα διαφοροποιούνται από τη συνήθη πρακτική της εναπόθεσης τέτοιας φύσης διατάξεων στον Ν. 2251/1994 -λύση που εν προκειμένω θα προκαλούσε τη διάσπαση της νομοθετικής ύλης του δικαίου της πώλησης.

Θα πρέπει να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι οι σχοινοτενείς, ενίοτε φλύαρες ρυθμίσεις των ενωσιακών νομοθετημάτων δεν συμβιβάζονται με την αφαιρετικότητα, την αβίαστη πυκνότητα των νοημάτων και τη δωρικότητα που χαρακτηρίζουν τις διατάξεις του ΑΚ. Ζητήματα προκύπτουν από τη νέα αρίθμηση των άρθρων, ιδίως σε σχέση με τη συνοχή στη διαμόρφωση της οικείας νομολογίας. Γεννάται, έτσι, το ερώτημα αν με ορισμένες μικρότερης έκτασης τροποποιήσεις και συμπληρώσεις, θα μπορούσε να επιτευχθεί το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Ακόμη, παρότι ο νομοθέτης υπήρξε εν γένει τολμηρός με την επέμβαση στην «καρδιά» του αστικού δικαίου, αυτό δεν συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις, αφού δεν αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή, προκειμένου να μεταρρυθμίσει κάποιες υφιστάμενες στρεβλώσεις του δικαίου της πώλησης, ενοποιώντας λ.χ. την ευθύνη για πραγματικό και νομικό ελάττωμα κατά τα πρότυπα του γερμανικού ΑΚ.

Τέλος, μια κριτική θα ήταν ότι με τη διαβάθμιση των δικαιωμάτων του αγοραστή προκύπτει το παράδοξο να τίθεται σε χειρότερη μοίρα η θέση του αγοραστή (η προστασία του οποίου είναι στόχος της Οδηγίας), αφού η ιεράρχηση αυτή αποσκοπεί στη διατήρηση του πλήρους τιμήματος από τον πωλητή.